Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΩΣ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ ( ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ )

ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΩΣ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ

Η νύχτα γέμισε τα μαύρα της μαντίλια
Με θραύσματα κρυστάλλων μετεωρίτες λαμπρούς
Από νεκρούς λησμονημένους πλανήτες.
Και σκέπασε τον ύπνο του κόσμου. Όνειρα γλυκά, μάτια μου.
Είμαι στη βεράντα ενός άστρου και νανουρίζω
Όνειρο με δυο φτερά περιστεριού
Πόσο κοντά είσαι που δεν μπορώ ν’ αντέξω
Το χαμό μιας ελπίδας που με τυραννάει σαν δήμιος
Είσαι πολύ μακριά για να χαιρετήσω
Τον ερχομό ενός ονείρου που ξεψύχησε
Στην αμμουδιά της ξεχασμένης νιότης.
Σταμάτα πια μη σκουπίζεις τα μάτια με αυτά τα μαντίλια
Που έβαψαν κόκκινα από τον πόνο.
Η αντάρα κρεμάστηκε στα βλέφαρά μου
Και κρύβει τη θάλασσα του πόθου μου που οργιάζει.
Κρασί κερνάω τον πόθο μου, κρασί τον πόνο και την αγάπη
Είσαι πολύ κοντά για να σου χαρίσει ο ουρανός το φιλί ενός άστρου
Δε σε φτάνει, δε σε θωρεί, το άγγιγμα σου γρατζουνίζει
Το δέρμα μιας ανέμελης υποψίας. Είσαι πολύ μακριά
Για να σε τοποθετήσω στη χρυσή αγκαλιά μιας κλίνης
Από αναφιλητά με προσδοκίες αναστεναγμών
Το στόμα της νύχτας είναι άδειο, το στόμα του φιλιού
Φαγώθηκε σε μια θάλασσα από καρχαρίες και σειρήνες
Και η πέτρα της υπομονής έγινε θρύψαλα
Πάνω στους βράχους μιας άλλης εποχής.
Είσαι τόσο μακριά παλμός θάλασσας στο εύθραυστο στέρνο
μια στερνής επιθυμίας
Και τόσο κοντά αργυρά φίδια κεραυνών που περιφρουρούν
Το βασιλικό μέγαρο μιας οργισμένης γοργόνας
Πνίγεσαι στον καθρέφτη ενός παγιδευμένου ασθενή
Στις μεταστάσεις του αθεράπευτου σώματος του λυπημένου φθινοπώρου.
Ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι από κίτρινα φύλλα.
Η νύχτα δεν έχει στόμα, έχει μόνο εφιαλτικούς γκρεμούς αστεριών
που βελάζουν στα τρίσβαθα της μνήμης θεριεύοντας λιονταρίσια.
Πες μου πως τρυπώνει η θλίψη σ’ένα ποτήρι ερωτευμένων
και σ’ένα δάσος αηδονιών, πες μου, μπορείς;
Οι ανάσες του ανέμου είναι από σπασμένα κουπιά,
σπασμένα κατάρτια και τρίαινες στην καρδιά ενός ανυπότακτου Οδυσσέα
Με ποιες λέξεις μιλάνε οι κούφιες σιωπές;
Κάθε λέξη είναι μια σκοτεινή σήραγγα, κάθε λέξη είναι μια πληγή
Ευάλωτο φως, βαμβάκι για τις πληγές
Πες μου πως τρυπώνει η θλίψη στο περιφρουρημένο κάστρο
μιας ζηλεμένης αγάπης,
Πως σκοτεινιάζει έτσι ο ουρανός από μαύρα φτερά
Πες μου σε πιο πέλαγος σηκώνει τα πανιά της η ελπίδα;
Πες μου πως έβαψαν έτσι τα κόκκινα μαντίλια
Τον ουρανό, τη θάλασσα και το πράσινο ποτάμι της καρδιάς μου
Αν με βρεις στο κατώφλι σου κάποιο πρωινό
που ανεμίζει ο ήλιος τα χρυσά του σεντόνια
Θα είμαι από ξεραμένη λάσπη, από αίμα και από αγάπη
Πες μου πως τρυπώνουν έτσι αλύπητα τα αιχμηρά μαχαίρια
του πόνου, της θλίψης και της αγάπης.
Μεθάω με το κρασί του πόνου,
με το κρασί ποτίζω τα άνυδρα παρτέρια μιας άχρωμης ζωής
και ο λεπτός μίσχος της ψυχής μας χλομιάζει, όλο χλομιάζει.
Όλα μου λεν να σ’αρνηθώ κι εγώ δε σ’απαρνιέμαι
Δεν μπορώ ν’απαρνηθώ αυτό το δρόμο της καρδιάς,
Το αμάρτημα του έρωτα με αυτά τα μάτια ουρανό
Όλα τα πηγάδια είναι μολυσμένα, και τα πηγάδια τ’ουρανού
και της γης, αλλά εγώ κρατώ το τελευταίο δάκρυ κρυστάλλινο,
ύδωρ ιερό για να ποτίσω το όνειρό σου.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Από τη συλλογή «ΑΝΑΠΝΟΕΣ ΗΛΙΟΥ»
Στην περιοχή Lefkosa, Nicosia, Cyprus

  • " Το αμάρτημα του έρωτα με αυτά τα μάτια ουρανό "

ΟΜΟΡΦΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1962. Δημιουργήθηκε από τον αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό. Τα εκθέματα, που φιλοξενεί, προέρχονται από τις ανασκαφές, που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Το 1980 εγκαινιάστηκε μια νέα πτέρυγα για να φιλοξενήσει τα ευρήματα από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 στους Βασιλικούς Τάφους της Βεργίνας με την έκθεση οι «Θησαυροί της Βεργίνας». Στις εσωτερικές αίθουσες στεγάζονται τα ευρήματα από το νεκροταφείο της Σίνδου. Στις εξωτερικές αίθουσες εκτίθενται αντικείμενα της Νεολιθικής, Κλασικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, ενώ στον κάτω όροφο παρουσιάζεται η προϊστορική συλλογή. Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 2001.

Μουσείο Ατατούρκ
Το μουσείο στεγάζεται στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ ο επονομαζόμενος Ατατούρκ, δηλαδή «πατέρας των Τούρκων». Βρίσκεται στην οδό Αποστόλου Παύλου, πίσω από το τουρκικό Προξενείο. Το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης είναι αυθεντικό. Χρειάστηκε να αντικατασταθούν κάποια έπιπλα που έλειπαν με άλλα, που πήραν από το Μαυσωλείο του Κεμάλ και από το Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Στους τοίχους οι επισκέπτες βλέπουν πολλές φωτογραφίες από διάφορες φάσεις της ζωής του αναμορφωτή των Τούρκων. To 1981 το κτίριο ξαναβάφτηκε στο αρχικό ροζ χρώμα που είχε. Αποτελείται από δύο ορόφους. Στον πρώτο όροφο βρίσκεται το σαλόνι για τους ξένους, το δωμάτιο της μητέρας του Κεμάλ, το καθημερινό και η κουζίνα. Ο δεύτερος όροφος περιλαμβάνει το δωμάτιο στο οποίο γεννήθηκε ο Κεμάλ, το 1881. Σε άλλο δωμάτιο εκτίθενται τα προσωπικά αντικείμενα του «πατέρα των Τούρκων» και στον τοίχο είναι κρεμασμένα έγγραφα από το σχολείο του. Το 1935, το δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης παραχώρησε στο Τουρκικό κράτος το σπίτι όπου έμενε ο Κεμάλ και το οποίο μετατράπηκε σε μουσείο αφιερωμένο σε αυτόν. Μάλιστα, οι Τούρκοι που επισκέπτονται σήμερα το μουσείο αυτό του δίνουν χαρακτήρα που θυμίζει εκείνον προσκυνήματος.

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μουσείου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης και Βρίσκεται στη Λεωφόρο Στρατού, απέναντι από το Πεδίον του Άρεως. Από την έναρξη λειτουργίας του, το 1994, εκδίδεται περιοδικό, το πρώτο στο είδος του που δημιουργήθηκε από ελληνικό κρατικό μουσείο. Οι 11 αίθουσες του μουσείου άνοιξαν σταδιακά έως το 2004. Η πρώτη έκθεση έχει θέμα τον παλαιοχριστιανικό ναό, δηλαδή την αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση των εκκλησιών τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Η δεύτερη έκθεση τιτλοφορείται «Παλαιοχριστιανική πόλη και κατοικία». Παρουσιάζονται όψεις της οικονομικής ζωής, της κατοικίας και του εξοπλισμού της, όπως επίσης η οικοτεχνία και στοιχεία για την ένδυση και τη διατροφή. Στην τρίτη έκθεση γίνεται αναπαράσταση των παλαιοχριστιανικών νεκροταφείων και αναδεικνύεται η ταφική αρχιτεκτονική και ζωγραφική. Ο επισκέπτης επίσης βλέπει κοσμήματα και αγγεία από ανασκαφές που έγιναν σε τάφους. Στην επόμενη αίθουσα παρουσιάζονται πληροφορίες για θέματα όπως ο μοναχισμός, η Εικονομαχία, η δράση του Κύριλλου και του Μεθόδιου και τα όμοια. Οι δύο επόμενες αίθουσες είναι αφιερωμένες στους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες και την καθημερινή ζωή σ’ ένα κάστρο κατά τα βυζαντινά χρόνια. Στις δύο τελευταίες αίθουσες φιλοξενούνται οι συλλογές Δημητρίου Οικονομόπουλου (με εικόνες του 14ου-18ου αιώνα) και Ντόρας Παπαστράτου με πολλά θρησκευτικά χαρακτικά και σταυρούς. Η ίδρυση του Μουσείου αποφασίστηκε το 1913, ένα μόλις χρόνο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Αρχικά προτάθηκε να στεγαστεί στη Μονή Αχειροποιήτου, η απόφαση αυτή, όμως, δεν υλοποιήθηκε και το 1917 ως Μακεδονικό μουσείο ορίστηκε η Ροτόντα. Εξάλλου, για λόγους ασφαλείας τα αρχαία της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκαν στην Αθήνα στο Χριστιανικό και Βυζαντινό Μουσείο. Τελικά εντάχθηκαν στη συλλογή του Βυζαντινού Μουσείου της Αθήνας. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, επανήλθε το θέμα με την ίδρυση Βυζαντινού Μουσείου στη Θεσσαλονίκη. Τον σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό κέρδισε ο Κυριάκος Κρόκος. Το κτίριο θεμελιώθηκε το 1989 και τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1994. Λίγους μήνες προτού εγκαινιαστεί το μουσείο, μεταφέρθηκαν από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη οι αρχαιότητες που ήταν εκεί από το 1916, μέρος των οποίων παρουσιάστηκε στην έκθεση «Βυζαντινοί θησαυροί της Θεσσαλονίκης. Το ταξίδι της επιστροφής».

Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας
Είναι το πιο σημαντικό τεχνολογικό μουσείο στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1978 ως Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Προσφέρει στο κοινό μια μόνιμη έκθεση με ιστορικά εκθέματα για την κατανόηση θεμάτων επιστήμης και τεχνολογίας. Το μεγαλύτερο μέρος τον εκθεμάτων προήλθε από δωρεές οργανισμών, όπως η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και των φίλων του μουσείου, ενώ λιγότερα έχουν αγοραστεί. Η συνοπτική εικόνα των εκθετηρίων που παρουσιάζεται, εκφράζει τη μορφή τους, ύστερα από τα έργα ανάπλασης και εκσυγχρονισμού που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1995-1999, με τη συμπαράσταση της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας και τη χρηματοδότηση του προγράμματος ΕΠΕΤ ΙΙ. Τα θεάματα που παρουσιάζει είναι: Κοσμοθέατρο: Η αίθουσα αυτή περιέχει μια κινηματογραφική οθόνη, που είναι η μεγαλύτερη όλων των Βαλκανίων. Παρουσιάζει ταινίες εκπαιδευτικού περιεχομένου και ντοκιμαντέρ. Πλανητάριο: Στην αίθουσα αυτή βρίσκεται ένας μεγάλος θόλος, από τον οποίο μπορούμε να δούμε διάφορες ταινίες που σχετίζονται με το διάστημα. Προσομοιωτής: Εδώ μπορούμε να δούμε δύο ή τριών διαστάσεων (με ειδικά γυαλιά) ταινίες διαφόρων περιεχομένων.

Εβραϊκό Μουσείο
Το Κέντρο Ιστορικής Διαδρομής Εβραϊσμού Θεσσαλονίκης είναι μουσείο που βρίσκεται στην οδό Αγίου Μηνά 17. Συχνά αναφέρεται και με την ονομασία Μουσείο Ιστορικής Διαδρομής του Εβραϊσμού Θεσσαλονίκης Simon Marks (ήταν ιδρυτής σχολείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για Εβραιόπουλα). H θέση του είναι στην περιοχή που υπήρξε το κέντρο της εβραϊκής κοινότητας από την εποχή που εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Ισπανοεβραίοι στην πόλη, μέχρι και τα μετέπειτα μεταπολεμικά χρόνια. Στο μουσείο παρουσιάζεται η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Μητρόπολη του Σεφαραδισμού», με στοιχεία για την ιστορία των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και για τις δραστηριότητές τους. Επίσης, ο επισκέπτης παρακολουθεί τη συμβολή των Εβραίων στην οικονομική ανάπτυξη, μέσα από τα εκθέματα, την κοινωφελή δραστηριότητά τους και τα βιβλία τους. Υπάρχει επίσης φωτογραφική έκθεση με θέμα το Ολοκαύτωμα.

Μουσείο Κινηματογράφου
Το μουσείο ιδρύθηκε το 1995, με πρωτοβουλία του «Οργανισμού- Πολιτιστική πρωτεύουσα 1997». Βρίσκεται στο διατηρητέο κτήριο της Αποθήκης Α του λιμανιού, στην προβλήτα Α', στο τέρμα της παραλίας, κοντά στην Πλατεία Αριστοτέλους. Στο μουσείο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη του κινηματογράφου και να αναβιώσει την εποχή του παλιού σινεμά. Στο μουσείο φιλοξενούνται διάφορα αντικείμενα από τη συλλογή του Νίκου Μπιλιλή και συγκεκριμένα κινηματογραφικές μηχανές λήψης και προβολής, εμφανιστήρια, φακοί, τιτλέζες, φωτογραφίες από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου και συναφές υλικό. Είναι επίσης διαθέσιμο κινηματογραφικό αρχείο. Εντύπωση προκαλούν στον επισκέπτη οι γιγαντοαφίσες.

Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Το μουσείο ιδρύθηκε το 1997 μετά την απόκτηση της Συλλογής του Γεωργίου Κωστάκη με έργα καλλιτεχνών της ρωσικής πρωτοπορίας. Από τότε εξελίσσεται συνεχώς και σήμερα είναι ένα από τα κύρια μουσεία στον τομέα του. Τα έργα της συλλογής έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες όπως τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία. Ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΜΣΤ ήταν ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του ΑΠΘ Μιλτιάδης Παπανικολάου. Από το 2006 καλλιτεχνική διευθύντρια του ΚΜΣΤ είναι η Μαρία Τσαντσάνογλου, εξειδικευμένη επιστημονικά στη μελέτη της ρωσικής πρωτοπορίας. Το μουσείο διοργανώνει εκθέσεις τόσο από την μόνιμη συλλογή όσο και άλλες περιοδικές εκθέσεις μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Ταυτόχρονα διοργανώνει ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα, παράλληλες εκδηλώσεις λόγου, θεάτρου και μουσικής και έχει πλούσια εκδοτική δραστηριότητα. Το μουσείο έχει αναπτύξει διεθνείς συνεργασίες και συμπαραγωγές με μεγάλα μουσεία όπως η Tate Modern, το Martin Gropius Bau, το Μουσείο Maillol, η Πινακοθήκη Τρετιάκοφ, το Κρατικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Μόσχας, η Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου κ.ά. Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι ο διοργανωτής της Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης.

Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης
Το μουσείο ιδρύθηκε το 1970 και ουσιαστικά διαδέχτηκε το Λαογραφικό Μουσείο Βορείου Ελλάδος, που είχε ιδρυθεί από τη Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα. Στεγάζεται σε κτίριο, που ήταν γνωστό ως Παλαιό Κυβερνείο. Το κτίριο αυτό κτίστηκε το 1906 από τον αρχιτέκτονα Μοδιάνο, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας 68. Στο Μουσείο λειτουργούν δύο μόνιμες εκθέσεις: α) Στους Μύλους της Μακεδονίας και της Θράκης Νερόμυλοι Νεροπρίονα Νεροτριβές Μαντάνια στην Παραδοσιακή Κοινωνία, β) Παραδοσιακές ενδυμασίες της Μακεδονίας και της Θράκης 1860 - 1960. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου χαρακτηρίζεται από τάσεις εκλεκτικιστικές, ενώ έντονες είναι οι επιδράσεις της αρ νουβό. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο εξώστης (λότζια), που βλέπει προς τη θάλασσα και αποτελείται από δύο ορόφους. Στη συλλογή του Μουσείου ο επισκέπτης θα βρει κεντήματα, υφαντά, φορεσιές, εργαλεία και σκεύη του σπιτιού, όπλα και παραδοσιακά μουσικά όργανα. Επίσης, εκτίθενται είδη ξυλογλυπτικής, ξυλοτεχνίας και μεταλλοτεχνίας. Ανάμεσα στα άλλα το Μουσείο διαθέτει βιβλιοθήκη και δισκοθήκη. Οι συλλογές του περιλαμβάνουν σήμερα πάνω από 20.000 αντικείμενα.

Μουσείο Λευκού Πύργου
Από το 1983 έως το 1985 η Αρχαιολογική Υπηρεσία συντήρησε και αναστήλωσε το μνημείο και το διαμόρφωσε σε εκθεσιακό χώρο. Από το 1985 έως το 1994 λειτούργησε η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη». Το 1994 άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σε αυτό. Το 2001 παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο». Το 2002 παρουσιάστηκε έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Άθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες». Ανήκει διοικητικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού κι από το 2006 λειτουργεί μόνιμα ως Μουσείο Πόλης της Θεσσαλονίκης. Φιλοδοξία του μουσείου είναι να αποτελέσει την αφετηρία μιας περιήγησης στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να υποκαθιστά τους υπόλοιπους μουσειακούς χώρους. Η μόνιμη έκθεση, που οργανώθηκε από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, παρουσιάζει με συνοπτικό τρόπο όψεις της ιστορίας της Θεσσαλονίκης διαχρονικά, με στόχο να κεντρίσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών να γνωρίσουν καλύτερα την πόλη, τα μνημεία και τα θεματικά μουσεία της. Οι θεματικές ενότητες που αναπτύσσονται στο ισόγειο, στους πέντε ορόφους και στο δώμα του Λευκού Πύργου αναφέρονται στη θέση της Θεσσαλονίκης στον γεωγραφικό χώρο, στις μεταμορφώσεις του δομημένου χώρου, σε σημαντικές στιγμές της ιστορίας της, όπως αυτές αναδεικνύονται μέσα από τα μνημεία της, στην κομβική εμπορική της θέση στο σταυροδρόμι χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, στους κατοίκους της, στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της, αλλά και στις γεύσεις της. Οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν ένα γοητευτικό ταξίδι στο χρόνο από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης έως και το πρόσφατο παρελθόν της, με συνοδεία τους ήχους, την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, το πνεύμα και τις γεύσεις της πόλης. Σε κάθε ενότητα έχουν προβλεφθεί δύο επίπεδα πληροφόρησης: στον κεντρικό χώρο του ορόφου αναπτύσσεται κάθε θέμα συνοπτικά, ενώ στα περιμετρικά δωμάτια υπάρχουν εφαρμογές για εμβάθυνση σε επί μέρους πτυχές του, επιτρέποντας στους επισκέπτες να επιλέξουν τον ρυθμό με τον οποίο θα κινηθούν. Ο εξώστης του Λευκού Πύργου λειτουργεί όχι μόνο ως χώρος θέασης της πόλης και της γύρω περιοχής, αλλά και ως προέκταση του εκθεσιακού χώρου. Σε επιλεγμένες επάλξεις έχουν τοποθετηθεί ενημερωτικές πινακίδες, που πληροφορούν τον επισκέπτη για το τι βλέπει σήμερα και τι έβλεπε κανείς άλλοτε. Οι πληροφορίες παρουσιάζονται κατά κύριο λόγο μέσα από ένα εντυπωσιακό σύνολο εφαρμογών εικόνας και ήχου, με τη μορφή προβολών, παρουσιάσεων βίντεο και διαφανειών, ηχητικών ντοκουμέντων και πολυμεσικών εφαρμογών σε οθόνες αφής, που συνδυάζονται αρμονικά με τον περιορισμένο αριθμό αρχαίων αντικειμένων που εκτίθενται. Ιδιώτες συλλέκτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό και φορείς πολιτισμού συνεισέφεραν γενναιόδωρα υλικό για την οργάνωση της έκθεσης.

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα
Bρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην οδό Προξένου Κορομηλά, δίπλα στη Μητρόπολη. Στεγάζεται σ’ ένα νεοκλασικό κτήριο, σχεδιασμένο από τον Έρνστ Τσίλλερ. Στους χώρους του στεγάζεται επίσης το Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΙΤ). Στις 6 αίθουσες του ισογείου προβάλλονται παραστατικά οι κυριότερες φάσεις της ιστορίας της Μακεδονίας του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, καθώς και οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που επηρέασαν αποφασιστικά το μέλλον του Ελληνισμού της περιοχής. Οι όψεις του αγώνα αναδεικνύονται σε θεματικές νεότητες αφιερωμένες στους επώνυμους και ανώνυμους Μακεδονομάχους, στον κλήρο, στο ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης, στην εμβληματική φυσιογνωμία του Παύλου Μελά κ.ά. Ακολουθεί η συνοπτική παρουσίαση του κινήματος των Νεότουρκων και των Βαλκανικών Πολέμων. Στο υπόγειο εκτίθενται διοράματα που προβάλλουν με ζωντάνια αντιπροσωπευτικά «στιγμιότυπα» του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ο πρώτος που αποφάσισε, το 1917 να ιδρυθεί μουσείο για τους ήρωες της Μακεδονίας αλλά και τον πολιτισμό της Μακεδονίας. Σκοπός του μουσείου ήταν να συγκεντρωθούν «...όλα τα άξια λόγου αρχαιολογικά ευρήματα, τα σημειούντα τους διαφόρους ιστορικούς και καλλιτεχνικούς σταθμούς δι’ ων διήλθεν η Μακεδονία, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των χρόνων της Τουρκοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων». Η προσπάθεια όμως αυτή δεν απέδωσε καρπούς και το 1965 το θέμα επανέφερε η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου. Με βάση το σχετικό διάταγμα το μουσείο θα στεγαζόταν στο κτήριο όπου λειτουργούσε το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη από το 1894 μέχρι και το 1912, που σχεδίασε ο Έρνστ Τσίλλερ. Εκεί βρισκόταν το επιτελικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα. Τελικά, μόλις το 1979 ιδρύθηκε στη συμπρωτεύουσα το Σωματείο «Οι φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα» (ΝΠΙΔ), που υπήρξε ο αρχικός φορέας του μουσείου, και εγκαινιάστηκε το 1982 από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Ελλάδας, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το 1999 συστάθηκε από το σωματείο «Οι Φίλοι του Μουσείου του Μακεδονικού Αγώνα» το κοινωφελές Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στο οποίο έκτοτε περιήλθε η ευθύνη του μουσείου και του ερευνητικού του κέντρου (ΚΕΜΙΤ). Το Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης, το οποίο εποπτεύεται από Επιστημονική Επιτροπή, αποτελεί οργανικό μέρος του Ιδρύματος. Σκοπό έχει την επιστημονική μελέτη και τεκμηρίωση της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Μακεδονίας. Το ΚΕΜΙΤ διαθέτει πλούσιες αρχειακές συλλογές εγγράφων, φωτοθήκη, εξειδικευμένη βιβλιοθήκη και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Συγκεντρώνει και επεξεργάζεται αρχειακό υλικό, εκδίδει επιστημονικές μελέτες και οργανώνει επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια.

Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Είναι ένα από τα τρία μουσεία σύγχρονης τέχνης στην πόλη. Καλύπτει όλους τους τομείς της σύγχρονης τέχνης. Ιδρύθηκε το 1979 μετά από δωρεά 47 έργων τέχνης του συλλέκτη Αλέξανδρου Ιόλα. Μετά από άλλες δωρεές το μουσείο στεγάζει σήμερα 2.000 έργα τέχνης. Από το 2000 έχει αρχίσει να λειτουργεί στο μουσείο και μια επιστημονική βιβλιοθήκη, που διαθέτει 2.000 βιβλία. Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης βρίσκεται μέσα στο χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, στα όρια του εμπορικού κέντρου της πόλης.

Ολυμπιακό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Το μοναδικό Ολυμπιακό Μουσείο της χώρας βρίσκεται σε μια περιοχή με έντονη αθλητική, εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα. Γειτνιάζει άμεσα με το Καυτανζόγλειο Στάδιο και με την ευρύτερη περιοχή του Α.Π.Θ. Ιδρύθηκε το 1998, με την ονομασία Μουσείο Αθλητισμού, μετά από πρωτοβουλία και συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού, της Ειδικής Γραμματείας Αθλητισμού Μακεδονίας-Θράκης και τη συμμετοχή εκπροσώπων Αθλητικών Ομοσπονδιών και Ενώσεων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σκοπός του Μουσείου, που παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα, ήταν η συλλογή, διατήρηση, καταγραφή και τεκμηρίωση της ιστορίας του αθλητισμού καθώς και η ανάδειξή του σ’ ένα χώρο «ενεργό» και «ζωντανό», με εκπαιδευτικό κατά βάση χαρακτήρα. Από την ίδρυσή του μέχρι το 2004 (χρονιά τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα) το Μουσείο στεγαζόταν σε όροφο νεοκλασικού κτιρίου, όπου η μικρή επιφάνεια των 300 τ.μ., περιόριζε τις εκθεσιακές και εκπαιδευτικές του δράσεις. Το 2004, το μουσείο εγκαταστάθηκε σε νέο κτίριο, αφιερωμένο εξαρχής να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του Μουσείου Αθλητισμού, στο οικοδομικό τετράγωνο του Καυτανζόγλειου σταδίου, στάδιο που φιλοξένησε προκριματικούς αγώνες στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Το νέο κτίριο του Μουσείου Αθλητισμού, εγκαινιάστηκε από τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, Δρ. Ζακ Ρογκ. Πρόκειται για ένα μοντέρνο κτίριο, συνολικής επιφάνειας 4.500 τ.μ., που σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε ακολουθώντας τις προδιαγραφές που απαιτεί η σύγχρονη μουσειακή αρχιτεκτονική. Στις 30 Ιανουαρίου 2008 η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, μετά από σχετική εισήγηση της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής αναγνωρίζοντας την προσφορά του Μουσείου Αθλητισμού στον αθλητικό και πολιτιστικό χώρο, το μετονόμασε σε Ολυμπιακό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Η οργάνωση της πρώτης μόνιμης έκθεσης αφιερωμένης στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα Ολυμπιακά Αθλήματα, αποτέλεσε άμεση προτεραιότητα του νέου Μουσείου. Η έκθεση αποτελείται από ιστορικά αρχεία και αντικείμενα όλων των Ολυμπιακών Αγώνων, αντικείμενα Ελλήνων Ολυμπιονικών, μετάλλια, δάδες, ενθυμήματα από τις ολυμπιακές διοργανώσεις και εξοπλισμό των αθλημάτων. Νέα αποστολή του Μουσείου αποτελεί όχι μόνο η καταγραφή και ανάδειξη της αθλητικής κληρονομιάς, αλλά επίσης, η διαφύλαξη και προβολή της ολυμπιακής ιστορίας της χώρας και η ανάδειξη του ολυμπιακού ιδεώδους. Το Ολυμπιακό Μουσείο αποτελείται από τέσσερις αίθουσες εκθέσεων (μόνιμη έκθεση αφιερωμένη στους Ολυμπιακούς Αγώνες με τίτλο «Ανάδειξη της Αθλητικής Ιστορίας και του Ολυμπιακού Πνεύματος», μόνιμη διαδραστική έκθεση μηχανημάτων με τίτλο «Επιστήμη των Αθλημάτων», μόνιμος εκθεσιακός χώρος με παράλληλη εκθεσιακή δράση και προσομοίωση γηπέδου στίβου και τέλος εκθεσιακός χώρος περιοδικών εκθέσεων). Όλοι οι εκθεσιακοί χώροι, περιλαμβάνουν ειδικούς χώρους φιλοξενίας εκπαιδευτικών δράσεων και χώρους εκπαιδευτικών εργαστηρίων. Τέλος, το Ολυμπιακό Μουσείο διαθέτει στους κοινόχρηστους χώρους του, αμφιθέατρο 300 ατόμων, δύο αίθουσες πολλαπλών χρήσεων, πωλητήριο και ένα μεγάλο χώρο υποδοχής κοινού, που μπορεί να φιλοξενήσει περιοδικές εκθέσεις μικρής έκτασης αλλά και εκδηλώσεις γενικότερου ενδιαφέροντος. Το Ολυμπιακό Μουσείο Θεσσαλονίκης δίνει μεγάλη σημασία στις νέες τεχνολογίες για την εξυπηρέτηση των σκοπών της συλλεκτικής, εκθεσιακής και επικοινωνιακής του πολιτικής. Το 2007 σχεδιάστηκε εικονική περιήγηση της έκθεσης Στίβου ενώ σήμερα στο site του Ολυμπιακού Μουσείου φιλοξενούνται οι δύο ψηφιακές διαδραστικές εκθέσεις, «Παραολυμπιακοί Αγώνες» και «Μετάλλια και Δάδες». Η επικοινωνία του Ολυμπιακού Μουσείου με το ευρύ κοινό ενισχύεται με την έκδοση μιας έντυπης εφημερίδας και την αποστολή μηνιαίας ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Επιπλέον, το Ολυμπιακό Μουσείο εκδίδει καταλόγους όλων των εκθέσεών του, καθώς και πρακτικά των συνεδρίων που οργανώνει.

Πολεμικό Μουσείο
Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου του 2000 και βρίσκεται στο Πεδίο του Άρεως, κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Στεγάζεται σε κτήριο που κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Ιταλό Βιταλιάνο Ποσέλι. Στο πωλητήριο διατίθενται προς πώληση οι εκδόσεις του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, του Πολεμικού Μουσείου, ιστορικά βιβλία και αναμνηστικά. Παράλληλα, λειτουργεί βιβλιοθήκη με πλούσια βιβλιογραφία για τα στρατιωτικά θέματα και την ιστορία της Ελλάδας. Εξάλλου, τους χώρους του μουσείου συμπληρώνει ένα αμφιθέατρο με εξήντα θέσεις, καθώς και μία αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, εξοπλισμένα με όλα τα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα, στα οποία οργανώνονται συνέδρια, διαλέξεις και διάφορες εκδηλώσεις. Παρουσιάζονται οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Πόλεμος του 1940. διάφορες μάχες στη Μακεδονία και στην Κρήτη, η Κατοχή και η Αντίσταση, καθώς επίσης και η συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις των Συμμάχων στη Νορμανδία και στην Αφρική. Στα εκθέματα βλέπουμε μεταξύ άλλων στολές και όπλα εποχής, φωτογραφίες. χάρτες, λιθογραφίες, πίνακες ζωγραφικής και επιστολικά δελτάρια. Επίσης, ο επισκέπτης του Μουσείου μπορεί να δει παρόμοια αντικείμενα προερχόμενα από στρατούς άλλων βαλκανικών χωρών.

Σιδηροδρομικό Μουσείο
Το Μουσείο, που λέγεται και Σιδηροδρομικό Μουσείο Κορδελιού Θεσσαλονίκης, βρίσκεται στην οδό Μοναστηρίου 128, στην περιοχή Διαλογής του Δήμου Κορδελιού. Στεγάζεται στο αναπαλαιωμένο κτίριο του 1894, που χρησίμευε ως στρατιωτικός σταθμός, στην ιστορική «Στρατιωτική Στάση» ενός μικρού Σιδηροδρομικού Σταθμού με πολύ σημαντική ιστορία. Σήμερα αυτό το όμορφο κτίριο (ένα πανομοιότυπο είναι και η στρατιωτική στάση της Αλεξανδρούπολης) είναι η έδρα του Μουσείου, αλλά και της Λέσχης του Συλλόγου Φίλων του Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης. Το Μουσείο εγκαινιάσθηκε και άρχισε να λειτουργεί το 2000. Στο Μουσείο Κορδελιού, το παρελθόν αναβιώνει μέσα από χάρτες, σάλπιγγες μετάδοσης ακουστικών σημάτων, σήμαντρα ακύρωσης εισιτηρίων, μαγνητικά τηλέφωνα, τηλέγραφο, φανάρια, ρολόγια, γραφεία, γραφομηχανές, σημάνσεις και ό,τι άλλο έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν τα μέλη του Μουσείου. Ο επισκέπτης μπορεί να δει το γραφείο του σταθμάρχη, στοιχεία για ατμομηχανές και ντιζελομηχανές του παρελθόντος, παλαιά βαγόνια καθώς και εργαλεία σιδηροδρομικών. Εκτίθεται, επίσης, μέρος από τα έπιπλα που είχαν τα μέλη της τέως βασιλικής οικογένειας στα ιδιαίτερα βαγόνια τους. Μέχρι και έπιπλο-νιπτήρα από το «βασιλικό συρμό» μπορεί να δει ο επισκέπτης του μουσείου. Είναι ένα από τα λίγα πράγματα του «βασιλικού τρένου» που διασώθηκαν. Στον προαύλιο χώρο του μουσείου εκτίθεται ένα από τα πιο διάσημα βαγόνια του «Orient Express», το οποίο μπορεί να επισκεφθεί το κοινό. Πρόκειται για ένα βαγόνι-ρεστοράν του «Orient Express», αγγλικής κατασκευής και χρονολογείται από το 1900. Αποτέλεσε κομμάτι του αυθεντικού Όριεντ Εξπρές, που από το 1883 ταξίδευε με αφετηρία το Παρίσι και έφτανε ως την Κωνσταντινούπολη, και ήταν το περιβόητο τρένο για το οποίο γυρίστηκαν περισσότερες από 1800 ταινίες και αυτό που απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τη διάσημη συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Αγκάθα Κρίστι. Το βαγόνι αυτό, μετά από παραχώρηση του ΟΣΕ, ανακαίνισαν οι «Φίλοι του Σιδηρόδρομου Θεσσαλονίκης». Ανάμεσα στα εκθέματα του μουσείου είναι και μια ξύλινη καρέκλα, στην οποία κάθισε το 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Υπεύθυνος του μουσείου είναι ο κ. Ευθύμιος Κοντόπουλος, πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων του Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης, που έχει υπηρετήσει το σιδηρόδρομο επί 35 χρόνια, ενώ για άλλα 20 χρόνια αγωνίζεται για την ιστορία του. Ο ίδιος και τα μέλη υποστήριξης του Μουσείου σχεδιάζουν να προσθέσουν στην υπάρχουσα συλλογή του Μουσείου νέες στολές σιδηροδρομικών, ώστε να «εκπροσωπούνται» όλες οι χώρες των Βαλκανίων. To Μουσείο το επισκέπτονται συχνά πολλά σχολεία. Και επειδή «ένα μηχανικό μουσείο πρέπει να έχει κίνηση», στην αυλή τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το τρένο και μπορούν να ανέβουν στη μηχανοκίνητη και χειροκίνητη δραιζίνα. Στον ίδιο χώρο του Μουσείου, σε ειδικά διαμορφωμένο βαγόνι φιλοξενήθηκε πρόσφατα έκθεση για την ιστορία του σιδηρόδρομου στη Βόρεια Ελλάδα και τη συμβολή του σιδηροδρόμου στο Μακεδονικό Αγώνα.

Μουσείο Αρχαίων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μουσικών Οργάνων
Το μουσείο ιδρύθηκε το 1977 και λειτουργεί από το 1997. Στεγάζεται σε αναπαλαιωμένο κτίριο με τρεις ορόφους, στην περιοχή Λαδάδικα. Το γεγονός ότι ο περισσότερος κόσμος είχε λίγες γνώσεις για το μουσικό πολιτισμό που αναπτύχθηκε στα αρχαία και στα βυζαντινά χρόνια, υπαγόρευσε την ίδρυση του μουσείου. Στόχος του μουσείου είναι να αναδείξει την εκπληκτική ομορφιά της Κοσμικής Αρχαίας και Βυζαντινής Μουσικής μέσα από εικαστικές μαρτυρίες. Ο χώρος είναι ανοικτός μέσω διεθνών τηλεπικοινωνιακών δικτύων σε όλους τους ερευνητές του κόσμου. Στο μουσείο φιλοξενούνται πάνω από 200 όργανα που χρησιμοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο από το 2.800 π.Χ. ως τις αρχές του 20ού αιώνα, τα οποία ανακατασκευάστηκαν, με τη βοήθεια του Α.Π.Θ. Η ανακατασκευή τους έγινε με βάση φιλολογικές και εικαστικές μαρτυρίες. Τα όργανα συνοδεύονται από τις εικαστικές μαρτυρίες που υπάρχουν για το καθένα από αυτά, όπως αγγεία, ειδώλια, γλυπτά κλπ. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο επισκέπτης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να ακούσει και τον ήχο κάποιων από τα όργανα. Το Μουσείο περιλαμβάνει τα εξής τμήματα: Τμήμα Οργανολογικής Έρευνας: Πρόκειται για τη δημιουργία παγκόσμιου corpus εικαστικών μαρτυριών (αγγεία, γλυπτά, τοιχογραφίες κλπ.) που αναφέρονται ως ελληνικά μουσικά όργανα από την εποχή του χαλκού έως το 1830. Μουσικολογικό Τμήμα: Αφορά τη συστηματική ηλεκτρονική καταγραφή των έργων που περιέχονται σε χειρόγραφους κώδικες του Αγίου Όρους, κρατικών βιβλιοθηκών και ιδιωτικών συλλόγων. Τμήμα Μουσικών Σπουδών: Απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους ή και επαγγελματίες μουσικούς, οι οποίοι θέλουν να μάθουν την αρχαία και τη βυζαντινή μουσική γραφή, αλλά και να παίζουν τα αρχαία και βυζαντινά μουσικά όργανα.

Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών
Ιδρύθηκε το 1972 με τη δωρεά ολόκληρης της περιουσίας και της συλλογής έργων τέχνης του Νέστορα και της Αλίκης Τέλλογλου. Στεγάζεται σ’ ένα μοντέρνο κτίριο στην βόρεια πλευρά του Α.Π.Θ., που εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο του 1999. Στη συνέχεια, η αρχική συλλογή έργων τέχνης του ιδρύματος εμπλουτίστηκε με τις δωρεές πολλών φίλων της τέχνης, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται και οι Τώνης και Ιωάννα Σπητέρη, Γεώργιος Μουρέλος, Δημήτριος Τσάμης και άλλοι. Κύριος στόχος του ιδρύματος αποτελεί η συστηματική γνωριμία του κοινού με την Τέχνη και η προβολή των έργων τέχνης του Ιδρύματος. Ταυτόχρονα το Ίδρυμα ενισχύει την καταγραφή και μελέτη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Τέλος, μέσω διαφόρων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών προσπαθεί να εξοικειώσει τους νέους (μαθητές και φοιτητές) με την Τέχνη. Η αρχική δωρεά του Νέστορα και της Αλίκης Τέλογλου περιλαμβάνει διάφορα έργα τέχνης από ποικίλους πολιτισμούς και αποτελεί μέχρι και σήμερα τον πυρήνα της συλλογής του Ιδρύματος. Συγκεκριμένα υπάρχουν ελληνιστικά και ρωμαϊκά αγγεία, εδώλια της ελληνιστικής εποχής, κομμάτια κινεζικής και αραβικής τέχνης (βάζα, πιάτα κοκ) και περσικές μινιατούρες. Επίσης πολύ σημαντικό κομμάτι της συλλογής αποτελούν τα έργα σημαντικών Ελλήνων και Ευρωπαίων καλλιτεχνών από τον 19ο και 20ό αιώνα: γλυπτά, λάδια, σχέδια, χαρακτικά και ακουαρέλες. Η συλλογή έχει εμπλουτιστεί επίσης με διάφορες αγορές έργων τέχνης που έχουν γίνει, καθώς επίσης και από δωρεές πολλών καλλιτεχνών ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται και οι εξής: Δημήτριος Τσάμης, Νικ. Γύζης, Σ. Σαββίδης, Ευάγ. Ιωαννίδης, Νικ. Λύτρας, Κ. Παρθένης, Γερ. Στέρης, Φ. Κόντογλου, Κ. Μαλέας, Γ. Σπυρόπουλος, ο Γ. Μπουζιάνης, Θ. Τσίγκος, Ν. Εγγονόπουλος, Δ. Μυταράς και πολλοί άλλοι. Το κτίριο όπου στεγάζεται το Ίδρυμα έχει συνολικό εμβαδό 6500 τετραγωνικά μέτρα και βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το κτίριο περιβάλλεται από ένα αλσύλλιο έκτασης 24 στρεμμάτων και αποτελεί κόσμημα για την πόλη, αφού η αρχιτεκτονική του αποτελεί εφαρμογή των πλέον σύγχρονων και καινοτόμων απόψεων μουσειακού σχεδιασμού. Ο εκθεσιακός χώρος του Ιδρύματος καταλαμβάνει συνολική επιφάνεια 2500 τετραγωνικών μέτρων και εκτείνεται σε τρεις διαφορετικούς ορόφους. Επίσης έχει εγκατασταθεί ειδικό σύστημα κλιματισμού ούτως ώστε να διατηρούνται οι επιθυμητές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας στον χώρο της έκθεσης και να μην φθείρονται τα έργα τέχνης. Το κτίριο περιλαμβάνει επίσης ένα συνεδριακό κέντρο μεσαίου μεγέθους πλήρως εξοπλισμένο, το οποίο χρησιμοποιείται συχνά για την διεξαγωγή σεμιναρίων, παρουσιάσεων και συνεδρίων. Η χωρητικότητα του αμφιθεάτρου είναι 230 θέσεις και είναι εξοπλισμένο με ένα σύγχρονο σύστημα ηχητικής εγκατάστασης, ενώ διαθέτει πρόσβαση για άτομα με ειδικές ανάγκες. Δίπλα από το αμφιθέατρο υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι που χρησιμοποιούνται για την άρτια διεξαγωγή των διαφόρων εκδηλώσεων. Η βιβλιοθήκη του Ιδρύματος περιλαμβάνει γύρω στου 15000 τόμους, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από την δωρεά του Τώνη και της Ιωάννας Σπητέρη. Η συλλογή βιβλίων περιλαμβάνει σπάνιες εκδόσεις και μία πληθώρα περιοδικών εκδόσεων τέχνης. Επίσης, ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων της βιβλιοθήκης προέρχεται από την δωρεά της Ελένης Λαζαρίδου και των καθηγητών Κ. Καλοκύρη και Ιωάννη Μουρέλου. Το υπερσύγχρονο σύστημα κινητών μεταλλικών αρχειοθηκών που χρησιμοποιείται διασφαλίζει την προστασία της συλλογής βιβλίων από διάφορες φυσικές καταστροφές και φθορές, συμπεριλαμβανομένου της φωτιάς και της πλημμύρας. Τέλος, μέσα στο χώρο του Ιδρύματος λειτουργεί και Café.

Μουσείο Φωτογραφίας
Το 1987 οι Άρης Γεωργίου, Απόστολος Μαρούλης και Γιάννης Βανίδης ίδρυσαν το Ελληνικό Μουσείο Φωτογραφίας, δημιουργώντας μία πρώτη φωτογραφική συλλογή και συγχρόνως θέτοντας τον πρώτο θεμέλιο λίθο για την ίδρυση ενός μουσείου σύγχρονης φωτογραφίας. Το 1988 ο Άρης Γεωργίου ξεκίνησε την Photosynkyria, το ετήσιο διεθνές φεστιβάλ φωτογραφίας της πόλης, το οποίο κληροδότησε στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης το 2000. Έως το 2006 το Διεθνές Φεστιβάλ πραγματοποιείτο κατά τους μήνες Φεβρουάριο-Απρίλιο, παρουσιάζοντας 30 εκθέσεις ετησίως. Το 1995 ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης Θεσσαλονίκη προχώρησε στη σύσταση Συμβουλευτικής Επιτροπής, με πρόεδρο τον Γιώργο Κατσάγγελο, για την ίδρυση του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Το 1997, θεσμοθετείται το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης στα πλαίσια του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και το 1998, με διευθυντή τον αρχιτέκτονα και φωτογράφο κ. Άρη Γεωργίου, ξεκινά η συγκρότησή του. Το 2003 διορίζεται διευθυντής ο καθηγητής των Α.Τ.Ε.Ι. Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών, κ. Κώστας Αντωνιάδης, τον οποίο διαδέχεται ο επιμελητής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φωτογραφικού Κέντρου Σκοπέλου, κ. Ευάγγελος Ιωακειμίδης (2/09/2005). Από το Δεκέμβριο του 2001 το Mουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης στεγάζεται στον πρώτο όροφο της Aποθήκης A στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο κτίριο στον ισόγειο χώρο στεγάζεται το Μουσείο Κινηματογράφου . Η Αποθήκη Α, εμβαδού 1.100 τ.μ., κτίστηκε το 1910 μαζί με το παλιό Tελωνείο του λιμανιού, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ελί Μοδιάνο και είναι χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής μορφολογίας που επικράτησε στην Eυρώπη, στα βιομηχανικά κτίρια του τέλους του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Tο κτίριο όπως και τα άλλα στην πρώτη προβλήτα της ίδιας εποχής, κρίθηκε ως διατηρητέο και προστατευόμενο από την Πολιτεία με απόφαση του Yπουργείου Πολιτισμού.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ

Γεωγραφία
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του σημερινού νομού Θεσσαλονίκης, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά στις πλαγιές του Κεδρηνού Λόφου και περιβάλλεται στα βόρεια από το δάσος του Σέιχ Σου. Στη Σίνδο υπάρχει η βιομηχανική ζώνη της πόλης και στα ανατολικά βρίσκονται οι περιοχές του αεροδρομίου, της Θέρμης και του Πανοράματος.
Βόρεια-Βορειοανατολικά της πόλης υψώνεται ο Χορτιάτης, φυσική οχύρωση και πηγή μέρους του νερού που χρησιμοποιείται για την ύδρευση της. Βορειοδυτικά απλώνεται η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης, που συμπληρώνει τις ανάγκες της Θεσσαλονίκης σε ύδρευση. Η πεδιάδα ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη της πόλης και της γύρω περιοχής, καθώς σχηματίστηκε (περίπου τον 1ο π.Χ. αιώνα) από τις προσχώσεις των ποταμών που διαρρέουν το νομό κι έτσι είναι ιδιαίτερα εύφορη.
Οι τρεις αυτοί ποταμοί, ο Αξιός, ο Λουδίας και ο Γαλλικός, εκβάλλουν δυτικά της πόλης ενώ ακόμα νοτιότερα εκβάλλει ο Αλιάκμονας. Οι ποταμοί αποτέλεσαν και φυσικά υδάτινα κωλύματα σε προσπάθειες προσέγγισης της πόλης από τα νότια. Η διάβαση του Γαλλικού ποταμού από τα ελληνικά στρατεύματα, το 1912, οριστικοποίησε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών. Το δέλτα του Αξιού αποτελεί υδροβιότοπο 22.000 στρεμμάτων ιδιαίτερης σημασίας, που προστατεύεται από τη συνθήκη Ραμσάρ.

Ιστορικό Κέντρο
Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει ένα αρκετά εκτεταμένο κέντρο, στο οποίο συγκεντρώνονται τα περισσότερα καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, αξιοθέατα και χώροι αναψυχής. Η έκτασή του μπορεί να οριστεί ανατολικά από το συγκρότημα του 3ου Σώματος Στρατού, δυτικά από την Πλατεία Δημοκρατίας (πρώην Πλατεία Βαρδαρίου), βόρεια από την παραλιακή Λεωφόρο Νίκης (πρώην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου Α') και νότια από την οδό Ολυμπιάδος στις παρυφές της Άνω Πόλης.
Το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης διαχωρίζεται στις συνοικίες: Λαδάδικα, Άνω Λαδάδικα, Γραγκομαχαλάς, Καπόνι, Διαγώνιος, Ναυαρίνου, Ροτόντα, Αγία Σοφία, Ιπποδρόμιο (Λευκός Πύργος). Το κεντρικότερο σημείο αποτελεί ο ενοποιημένος χώρος της Πλατείας Αριστοτέλους και της Πλατείας Αρχαίας Αγοράς (ή Δικαστηρίων) οι οποίες ενώνονται με την πεζοδρομημένη οδό Αριστοτέλους.
Κεντρικές οδικές αρτηρίες είναι οι: Τσιμισκή, Εγνατίας, Νίκης, Μητροπόλεως, Βενιζέλου και Αγίου Δημητρίου.
Κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα υπήρξε σημαντική μετατόπιση του κέντρου της Θεσσαλονίκης ανατολικότερα. Ενώ παλαιότερα η κεντρική αγορά της πόλης βρισκόταν στην περιοχή του Βαρδαρίου και εκτεινόταν έως τη σκεπαστή αγορά, πριν την πλατεία Αριστοτέλους, σήμερα έχει υπερβεί κατά πολύ αυτά τα όρια φτάνοντας στην περιοχή του Μεγάρου της Χ.Α.Ν.Θ. κοντά στον παλαιό ζωολογικό κήπο.

Άνω Πόλη
Η περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης που διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917 και τη δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, βρίσκεται στο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης. Αρχίζει ουσιαστικά από τη βόρεια πλευρά της οδού Αγίου Δημητρίου φτάνοντας βόρεια ως τα τείχη της Ακρόπολης και δυτικά και ανατολικά ως τα αντίστοιχα Βυζαντινά Τείχη, που σώζονται σχεδόν ολόκληρα στην περιοχή.
Η περιοχή της Άνω Πόλης διαχωρίζεται στις συνοικίες Τσινάρι, Διοικητήριο, Βλατάδων, Τερψιθέα, Κουλέ Καφέ, Κόκκινη Βρύση, Καλλιθέα.
Παρόλο ότι η περιοχή δεν ερευνήθηκε με αρχαιολογικές ανασκαφές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή δεν κατοικήθηκε, τουλάχιστον συστηματικά. Γειτονιές με κατοικίες δημιουργήθηκαν με την τουρκοκρατία, για να πυκνοκατοικηθεί η περιοχή στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθώς εκτιμήθηκαν οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν (μικροκλίμα) και η υπέροχη θέα που προσφέρει ο τόπος.
Στην περιοχή αυτή περιλαμβάνονται σημαντικά μνημεία της Θεσσαλονίκης όπως: τα Τείχη με την Ακρόπολη και το Επταπύργιο, ο Ναός του Οσίου Δαβίδ (Μονή Λατόμου), ο Ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού, ο Ναός των Ταξιαρχών, η Μονή Βλατάδων, ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης, ο ναός του Προφήτη Ηλία, ένας βυζαντινός λουτρώνας της πλατείας Κρίσπου στο Κουλέ Καφέ, το Αλατζά Ιμαρέτ της οδού Κασσάνδρου, ο οθωμανικός τουρμπές στην πλατεία Τερψιθέας καθώς και πλήθος βρυσών κ.ά.
Πέρα όμως από τα μνημεία αυτά, στην περιοχή της Άνω Πόλης διασώζεται σε πολλά τμήματα ο παλιός (παραδοσιακός) πολεοδομικός ιστός της πόλης με τους στενούς λιθόστρωτους δρόμους, τα αδιέξοδα, τα μικρά ξέφωτα και τις πλατείες και προπαντός με τα μοναδικά σε λιτότητα, λειτουργικότητα και κομψότητα κτίσματα της Λαϊκής Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής, αλλά και σπίτια Τουρκικών αρχιτεκτονικών επιρροών. Εξαίρετο δείγμα της οικιστικής ενότητας της Άνω Πόλης, αποτελούν τα Καστρόπληκτα σπίτια δηλαδή που κτίστηκαν την περίοδο των πληθυσμιακών μετακινήσεων των πρώτων δεκαετιών του 20 ου αιώνα, από πρόσφυγες. Τα σπίτια αυτά εφάπτονται των βυζαντινών τειχών και καταδεικνύουν την γρήγορη, πρόχειρη και ραγδαία εγκατάσταση προσφύγων στην πόλη, οι οποίοι, λόγω έλλειψης χώρου έχτισαν δίπλα στα τείχη μικρά χαμόσπιτα με στόχο την στεγαστική τους εξασφάλιση.

Νοτιοανατολική Θεσσαλονίκη
Αυτή η πλευρά της πόλης ξεκινά από οδό Βασιλέως Γεωργίου – Βασιλίσσης Όλγας (την παλαιά Οδό Εξοχών) και εκτείνεται μέχρι την περιοχή της Καλαμαριάς και της Πυλαίας. Περιλαμβάνει τις περιοχές: Σαράντα Εκκλησιές, Ευαγγελίστρια, Τριανδρία, Τούμπα, Χαριλάου, Ανάληψη, Ντεπώ, Πυλαία και Καλαμαριά.
Στις οδούς Β. Όλγας, Γ. Παπανδρέου (Ανθέων) και Μ. Αλεξάνδρου (Τζων Κέννεντυ) διατηρούνται πολλά αρχοντικά ευπόρων Θεσσαλονικέων του 19ου αιώνα, που αποτελούσαν τις εξοχικές επαύλεις των Θεσσαλονικέων στις αρχές του 20ου αιώνα. Επειδή αυτή η περιοχή είχε τα εξοχικά των εύπορων κυρίως κατοίκων ονομάστηκε Εξοχές. Η διχάλα που δημιουργείται από το διαχωρισμό της Μ. Αλεξάνδρου στις οδούς Γ. Παπανδρέου και Μαρίας Κάλλας εκτεινόμενη περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Σαλαμίνας, όπου είναι χτισμένο το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και το Συνεδριακό του Κέντρο, οι Μύλοι Αλλατίνι, το Ποσειδώνιο κολυμβητήριο, η Γενική Κλινική και ο Ναός του Μεγάλου Φωτίου. Επίσης η περιοχή τα τελευταία χρόνια έχει μεταβληθεί σε νεανικό στέκι με πολλά καφέ και μπαρ.
Οι συνοικίες της Νέας Κρήνης και της Αρετσούς αποτελούν το νοτιότερο παραθαλάσσιο τμήμα του δήμου Καλαμαριάς. Εκεί συγκεντρώνεται ένα πλήθος κέντρων διασκέδασης και αναψυχής σχεδόν σε όλο το μήκος της Οδού Πλαστήρα. Η υποβαθμισμένη και βαλτώδης περιοχή της Καλαμαριάς που κατοικήθηκε, κυρίως, από προσφυγικούς, εξ ανταλλαγής πληθυσμούς μετά το 1922, σήμερα έχει φτάσει να είναι μία από τις πλέον διακεκριμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης με αλματώδη δομική, οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη. Εκεί βρίσκεται το πρώην στρατόπεδο Μακεδονομάχου Κόδρα, ο Ναυτικός Όμιλος Καλαμαριάς, το γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς, η Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος και το Κυβερνείο ή Παλατάκι, παλαιό τοπικό ανάκτορο των Ελλήνων Βασιλέων.
Η απαρχή του οικισμού της Πυλαίας ιστορείται από την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλονίκης. Η Καπουτζήδα ή Καπουτζήδες (Kapıcılar), που ήταν τοποθετημένη, αρχικά, στην περιοχή Τριανδρίας - Άνω Τούμπας, ήταν το πλησιέστερο χωριό της Θεσσαλονίκης από την ανατολική πλευρά της. Απείχε περίπου 10 χιλιόμετρα από το Λευκό Πύργο, που αποτελούσε και το όριο της πόλης. Πήρε το όνομα της από τους «Καπουτζήδες» (kapıcı), τους εργαζόμενους δηλαδή των τειχών της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο απείχε και από την πλατεία Σιντριβανίου, όπου ήταν η Πύλη της Καμάρας ή αλλιώς «Κασσανδρεωτική». Μετά την επέκταση της πόλης και τη δημιουργία του συνοικισμού Χαριλάου γύρω στα 1920-1922 απείχε από το τέρμα του μόλις 2 χιλιόμετρα.

Βορειοδυτική Θεσσαλονίκη
Αποτελείται από τις περιοχές: Αμπελόκηποι, Ελευθέριο-Κορδελιό, Μενεμένη, Δενδροπόταμος, Εύοσμος, Ηλιούπολη, Σταυρούπολη, Νικόπολη, Νεάπολη, Πολίχνη, Μετέωρα, Συκιές, Καλλιθέα, Νέα Βάρνα και Ροδοχώρι.
Οι κεντρικότερες είσοδοι της πόλης ξεκινούν από εδώ: Νέα δυτική είσοδος, Οδός Μοναστηρίου, Λαγκαδά και Κωνσταντινουπόλεως, συνδέοντας την πόλη με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό.
Ο Νέος και ο Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός Θεσσαλονίκης, το λιμάνι της πόλης και ο Σταθμός Υπεραστικών Λεωφορείων (ΚΤΕΛ Μακεδονία) βρίσκονται επίσης στα δυτικά.
Εδώ βρίσκονται αρκετά παλαιά διατηρητέα εργοστάσια όπως ο Μύλος, το ΦΙΞ και η Βίλκα, τα οποία σήμερα λειτουργούν ανακαινισμένα ως πολυχώροι διασκέδασης.
Η Μονή Λαζαριστών χτισμένη το 1886 από τους μοναχούς του τάγματος του Αγίου Βικεντίου του Παύλου, ευρέως γνωστοί ως Λαζαριστές, από την έδρα του τάγματός τους στην εκκλησία Σεν Λαζάρ (Saint Lazare) του Παρισιού, λειτουργεί σήμερα ως χώρος διεξαγωγής θεατρικών παραστάσεων, συναυλιών και εκθέσεων. Αποτελεί το Πολιτιστικό Κέντρο της Δυτικής Θεσσαλονίκης και βρίσκεται στη Σταυρούπολη
Ο Βοτανικός Κήπος στην Άνω Ηλιούπολη περιλαμβάνει 1.000 είδη φυτών, μια πραγματική όαση πρασίνου 5 στρεμμάτων.
Τα Συμμαχικά Νεκροταφεία, ή αλλιώς νεκροταφεία του Ζέιτενλικ, στην οδό Λαγκαδά, όπου βρίσκονται θαμμένοι στρατιώτες από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ρωμαϊκή περίοδος
Η ρωμαϊκή Αγορά (φόρουμ) είναι έργο του 2ου- 3ου αιώνα μ. Χ. και η στοά της ήταν διπλή, με κίονες που είχαν ανάγλυφες παραστάσεις (σήμερα φυλάσσονται στο Λούβρο). Σήμερα διοργανώνονται εκθέσεις στην περιοχή της στοάς. Αξιόλογα είναι η πλατεία, τα λουτρά και το ωδείο, που χρησιμοποιείται ως θερινό θέατρο. Στην αγορά υπήρχε μια συστοιχία κιόνων που αποτελούνταν από οκτώ ειδώλεια. Τα αγάλματα αυτά ήταν της Μαινάδας, του Διονύσου, της Αριάδνης, της Λήδας, του Γανυμήδη, του Διόσκουρου, της Αύρας και της Νίκης και ήταν γνωστά στους Θεσσαλονικείς ως οι «μαγεμένες». Οι μαγεμένες (las incantadas στα ισπανοεβραϊκά) μεταφέρθηκαν στο μουσείο του Λούβρου το 1864 από τον Γάλλο παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλέρ, όπου βρίσκονται ακόμα.

Το Γαλεριανό συγκρότημα συναποτελείται από τέσσερα μνημεία
Η Ροτόντα είναι ένα από τα πιο επιβλητικά αρχαία κτίρια που κατασκευάστηκε το 306 μ.Χ. από τον Γαλέριο, για τον ίδιο, με σκοπό να γίνει το μαυσωλείο του. Το σχέδιο του όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και έτσι μετά το θάνατο του θάφτηκε μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα κυκλικό κτήριο, με διάμετρο γύρω στα 24 μ. και καλύπτεται από ημισφαιρικό τρούλο. Η Ροτόντα στη διάρκεια των αιώνων, πέρασε από πολλές φάσεις, δηλαδή από ρωμαϊκός ναός μετατράπηκε, επί αυτοκράτορα Θεοδόσιου, σε χριστιανικό, μετά έγινε μουσουλμανικό τζαμί και κατέληξε σε χριστιανικό ναό, όπου πιθανόν να λειτούργησε ως τόπος λατρείας των λειψάνων των μαρτύρων. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την κυκλική μορφή του κτίσματος, αλλά και από τις φιγούρες των μαρτύρων που απεικονίζονται στα ψηφιδωτά του θόλου. μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως τόπος λατρείας αλλά και ως εκθεσιακός χώρος. Αν επισκεφθείτε τη Ροτόντα μη παραλείψετε να θαυμάσετε τα μοναδικής ομορφιάς ψηφιδωτά που χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Η Αψίδα του Γαλέριου, γνωστή και ως Καμάρα, χτίστηκε λίγο πριν από το 305 μ.Χ., για τον εορτασμό του θριάμβου του Γαλέριου επί του Ναρσή, βασιλιά των Περσών. Δίπλα στο σωζόμενο τόξο υπήρχε ένα ακόμα ίδιο, στο σημείο όπου η θριαμβευτική πομπή από τα ανάκτορα συναντούσε τον πλέον πολυσύχναστο δρόμο στη Θεσσαλονίκη. Στα ανάγλυφα απεικονίζεται η νίκη των Ρωμαίων επί των Περσών. Από την αρχική αψίδα μόνο 3 στύλοι και τμήμα της άνω λιθοδομής έχουν διασωθεί σήμερα. Οι 2 κύριοι στύλοι καλύπτονται από σκαλιστές μαρμάρινες πλάκες. Το οικοδόμημα αποτελείτο αρχικά από 4 κύριους στύλους και 2 μικρότερους σε κάθε πλευρά, με τους τελευταίους να στηρίζουν την κεντρική δομή. Μέσω της αψίδας ήταν δυνατή η πρόσβαση στο παλάτι του Γαλέριου, νότια, και τη Ροτόντα, βόρεια. Χαρακτηριστικό της αψίδας του Γαλέριου είναι η πλούσια διακόσμηση με παραστάσεις και μορφές, που πολλές φορές είναι περιττές. Άλλωστε όπως αναφέρουν και οι ιστορικοί «η τέχνη των αναγλύφων αποβλέπει περισσότερο στις οπτικές αξίες παρά στις πλαστικές». Δυστυχώς δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για την περίοδο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταστράφηκε η αψίδα.
Τα Ανάκτορα του Γαλέριου κτίστηκαν επίσης στις αρχές του 4ου αιώνα στο κέντρο της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης. Σήμερα σώζεται κτηριακό συγκρότημα με δύο ορόφους και με τετράγωνη ανοικτή αυλή.
Τέλος, το Οκτάγωνο βρίσκεται κοντά στη νοτιοδυτική άκρη των ανακτόρων του Γαλέριου. Το μεγάλο κτήριο κοσμείται από ορθομαρμαρώσεις και ψηφιδωτά δάπεδα, όπου ίσως βρισκόταν η αίθουσα του θρόνου.

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη
Τα οχυρωματικά τείχη κατασκευάστηκαν από τον Μεγάλο Θεοδόσιο, τον 4ο αιώνα. Επισκευάστηκαν πολλές φορές για να αντέξουν στις βαρβαρικές επιδρομές. Σήμερα σώζονται τμήματα των τειχών κυρίως πάνω από την Εγνατία και στις Συκιές.

Βυζαντινοί ναοί και μοναστήρια
Οι βυζαντινοί ναοί της Θεσσαλονίκης αποτελούν σημαντικό δείγμα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και τέχνης των πρώιμων χριστιανικών χρόνων και της Βυζαντινής Περιόδου. Ο πιο αντιπροσωπευτικός είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου, που κτίστηκε τον 7ο αιώνα και βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της πόλης και είναι η μεγαλύτερη εκκλησία της Ελλάδας. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, από το σημείο όπου μαρτύρησε ο άγιος άρχισε να αναβλύζει μύρο, που είχε θεραπευτικές ιδιότητες κι έτσι η φήμη του ναού απλώθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Πιστοί κατέφταναν από όλα τα μέρη του κόσμου για να προσευχηθούν και να θεραπευτούν, ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο έπαρχος Λεόντιος. Ο Λεόντιος θεραπεύτηκε από κάποια ανίατη ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον άγιο, αντικατέστησε το μικρό τρίκλιτο ναό με μία επιβλητική πεντάκλιτη Βασιλική το 413. Κάτω από την εκκλησία βρίσκεται η Κρύπτη, το μέρος όπου μαρτύρησε και πέθανε ο άγιος Δημήτριος. Η εκκλησία είναι διακοσμημένη με ψηφιδωτό μωσαϊκό και με πλούσιο ζωγραφικό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα κιονόκρανα. Η εκκλησία έχει υποστεί ζημιές αρκετές φορές και καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά τον Αύγουστου του 1917. Η σημερινή εκκλησία είναι βασιλικού ρυθμού χωρισμένη με 4 κιονοστοιχίες σε 5 διαδρόμους και εγκαινιάστηκε το 1958. Το 1988 ο ναός ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO.
Άλλοι παλαιοχριστιανικοί και βυζαντινοί ναοί της πόλης είναι:
Η Αγία Σοφία που οικοδομήθηκε τον 7ο αιώνα στη θέση παλαιότερης πεντάκλιτης βασιλικής και είναι μία από τις παλαιότερες εκκλησίες της πόλης που έχει παραμείνει ανέγγιχτη στο πέρασμα των αιώνων. Βέβαια υπέστη κάποιες καταστροφές στο σεισμό του 1978 και από την πυρκαγιά του 1890 αλλά παρόλα αυτά το μεγαλύτερο μέρος του σώζεται στο ακέραιο. Η εκκλησία αυτή θεωρείται αντίγραφο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη και είναι χτισμένη στο αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής με θολωτό. Οι κίονες του κεντρικού κλίτους είναι τραβηγμένοι προς τα πλάγια, ώστε ο κεντρικός χώρος του ναού να έχει σχήμα ισοσκελούς σταυρού. Ο ναός διακοσμήθηκε την περίοδο της Εικονομαχίας, με ανεικονικά ψηφιδωτά. Ο μεγάλος χρυσός σταυρός στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης αντικαταστάθηκε με το ψηφιδωτό της Θεοτόκου, μετά τη νίκη των Εικονολατρών. Την ίδια εποχή έγινε και το μωσαϊκό του τρούλου, που αναπαριστά την Ανάληψη του Ιησού και παρίστανται οι Δώδεκα Απόστολοι, η Παναγία και δύο άγγελοι. Το εσωτερικό της είναι διακοσμημένο με πανέμορφα μωσαϊκά και τοιχογραφίες της πρώιμης βυζαντινής εποχής. Ο τρούλος της διαθέτει ψηφιδωτό διάκοσμο, όπου απεικονίζεται την Ανάληψη του Σωτήρος και θεωρείται δείγμα υψηλής τέχνης.
Η Αχειροποίητος είναι τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε στα μέσα του 5ου αιώνα. Είναι η μόνη εκκλησία στη Θεσσαλονίκη η οποία είναι βασιλικού ρυθμού και η οποία παραμένει άθικτη. Οι μαρμάρινοι στύλοι είναι διακοσμημένοι με περίτεχνα φύλλα ακάνθου τα οποία κάνουν αντίθεση με το ψηφιδωτό μωσαϊκό, που απεικονίζει μικρούς χρυσούς σταυρούς, περίτεχνα μοτίβα με λουλούδια, την άμπελο και διάσπαρτα πουλιά. Διαθέτει τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, που απεικονίζουν τους 18 από τους 40 μάρτυρες της Σεβαστείας, που μαρτύρησαν επί αυτοκράτορα Λικινίου. Αν και κάποιο τμήμα τους καταστράφηκε, όταν ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί τον 15ο αιώνα, είναι αρκετά καλοδιατηρημένες.
Η Παναγία των Χαλκέων οικοδομήθηκε το 1028 και που είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο. Οφείλει την ονομασία της επειδή επί Τουρκοκρατίας λειτουργούσαν εκεί πολλά χαλκωματάδικα. Σώζονται τοιχογραφίες, κυρίως στη δυτική πλευρά του. Η Αγία Αικατερίνη που χτίστηκε τον 14ου αιώνα σε ρυθμό σταυροειδούς τετρακίονου με τρούλο. Σώζονται στο εσωτερικό του ναού ίχνη τοιχογραφιών. Οι Άγιοι Απόστολοι χρονολογείται από τις αρχές του 14ου αιώνα και αποτελούσε καθολικό Μονής που ίδρυσε ο πατριάρχης Νήφων Α'. Πρόκειται για πεντάτρουλο ναό με νάρθηκα. Στο εσωτερικό του ναού σώζονται σημαντικά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Ο Άγιος Νικόλαος Ορφανός κτίστηκε το 14ο αιώνα ως καθολικό μονής και σώζονται τοιχογραφίες σε καλή κατάσταση. Ο Άγιος Παντελεήμων του 14ου αιώνα, που αποτελούσε παλιότερα καθολικό μονής. Κτήτοράς του ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ισαάκ. Είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος τετρακίονος με τρούλο. Διασώζονται λίγες τοιχογραφίες. Η Μονή Βλατάδων είναι καθολικό μονής και κτίστηκε το 14ο αιώνα από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δωρόθεο Βλάτη. Από τον αρχικό ναό σώζεται μόνο το ιερό και ο κυρίως ναός. Ο Ναός του Σωτήρος οικοδομήθηκε γύρω στα 1340 ως ταφικό παρεκκλήσιο. Είναι τετράγωνος ναός με τρούλο. Διασώζονται τοιχογραφίες. Ο Όσιος Δαβίδ, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη και χρονολογείται από τον 5ο αιώνα. Παλιά ήταν καθολικό της Μονής Λατόμου. Διαθέτει τοιχογραφίες και ένα σημαντικό ψηφιδωτό που παριστάνει το όραμα του Ιεζεκιήλ. Ο ναός του Προφήτη Ηλία κτίστηκε το 14ο αιώνα και ήταν καθολικό μονής. Διαθέτει τοιχογραφίες που δεν είναι σε καλή κατάσταση.

Βυζαντινά λουτρά
Το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό λουτρό βρίσκεται στην πλατεία Κουλέ Καφέ, στην Άνω Πόλη. Χρονολογείται από το 13ο αιώνα και είναι στεγασμένο με τρούλο και καμάρες.

Οθωμανική περίοδος-οχυρωματικά έργα
Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεσπόζει ο Λευκός Πύργος, που είναι το σύμβολο της πόλης. Στην αρχή ονομάζονταν Πύργος των Λεόντων, αργότερα ονομάστηκε Πύργος του Αίματος (Kanli Kule) (λόγω των βασανιστηρίων και των θανατικών εκτελέσεων) και τέλος επικράτησε το Λευκός Πύργος (Beyaz Kule), που προήλθε απο έναν Εβραίο κατάδικο ο οποίος ασβέστωσε τον Λευκό Πύργο για να κερδίσει την ελευθερία του.
Χτίστηκε μετά την άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς (1430) και αποτελούσε μέρος της οχύρωσης της πόλης. Αρχιτέκτονας του όμορφου αυτού οικοδομήματος φαίνεται να είναι ο φημισμένος Μιμάρ Σινάν, με βάση την ομοιότητα με ανάλογο πύργο στη Valona (Αυλώνα) της Αλβανίας. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως κατάλυμα φρουράς των Γενιτσάρων και μετέπειτα φυλακή θανατοποινιτών και τόπος βασανιστηρίων. Ο πύργος είναι κυκλικός, έχει 6 ορόφους, 37 μέτρα ύψος και 70 μέτρα περίμετρο. Πήρε το προσωνύμιο «Πύργος του Αίματος» επειδή χρησιμοποιούνταν ως φυλάκιο για τη φρουρά και φυλακή (λειτουργούσε ως φυλακή για τους Γενίτσαρους). Σήμερα, λειτουργεί ως μουσείο και στα εκθέματά του περιλαμβάνονται ψηφιδωτά δαπέδου και τοίχου, κεραμικά, έργα υαλουργίας και μεταλλοτεχνίας, εικόνες, νομίσματα και επιγραφές. Κατά καιρούς έχουν φιλοξενηθεί και άλλες εκθέσεις σ’ αυτό το μουσείο-κόσμημα.
Πέρα από το Λευκό Πύργο, υπάρχει ένας ακόμα κυκλικός πύργος, ο Πύργος της Αλύσεως ή Πύργος του Τριγωνίου. Κοντά σε αυτόν υπάρχει συγκρότημα από επτά πύργους, το Επταπύργιο ή Γεντί Κουλέ, που χρονολογείται από τον 4ο αιώνα. Στο κτηριακό συγκρότημα περιλαμβάνεται το βυζαντινό φρούριο και οι παλιές φυλακές, που καταργήθηκαν το 1984 και μεταφέρθηκαν αλλού το 1989.

Τζαμιά
Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας δύο σωζόμενα μουσουλμανικά τεμένη, το Αλατζά Ιμαρέτ, που χτίστηκε το 1484 και το Χαμζά Μπέη Τζαμί, που οικοδομήθηκε το 1467 και ανοικοδομήθηκε το 1620. Το πρώτο μιμείται τη βυζαντινή αρχιτεκτονική ως προς την τοιχοδομία και έλαβε το όνομά του επειδή κοντά στο τζαμί λειτουργούσε πτωχοκομείο (ιμαρέτ) και σήμερα χρησιμοποιείται από τη ΔΕΘ. Το Χαμζά Μπέη Τζαμί, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια στέγαζε διάφορα καταστήματα και κινηματογράφο, σήμερα βρίσκεται σε φάση συντήρησης και ανάδειξης ώστε να στεγάσει προσεχώς αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του Μετρό Θεσσαλονίκης.
Ένα ακόμα σημαντικό μνημείο αυτής της περιόδου είναι το Γενί Τζαμί, που κτίστηκε το 1902 από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli και χρησίμευε ως τόπος λατρείας για τους Εβραίους που είχαν εξισλαμιστεί, τους επονομαζόμενους ντονμέδες (Donmeh). Έχει δύο ορόφους και συμβαδίζει με την εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Μετά την απέλαση των Ντονμέδων (1924) στο κτήριο στεγάστηκε το νεοσύστατο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, έως ότου μεταφερθεί στο νέο του κτήριο στη Λεωφόρο Στρατού. Σήμερα χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός χώρος.
Τέλος στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά σώζεται και το τζαμί του Λεμπέτ, που χτίστηκε για τους εγκλείστους μουσουλμάνους στο στρατόπεδο. Το κτίριο τη δεκαετία του 1990 στα πλαίσια της διάνοιξης της οδού Λαγκαδά, μεταφέρθηκε βορειότερα κατά 12 με 15 μέτρα. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κατεδαφίστηκαν όλα τα τζαμιά της θεσσαλονίκης, ενώ το 1925 όλοι οι μιναρέδες στα πλαίσια του «εξευρωπαϊσμού» της πόλης.

Λουτρά
Το 1444 κτίστηκε το πρώτο οθωμανικό λουτρό στη Θεσσαλονίκη, το Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος) το οποίο είναι και το μεγαλύτερο στην Ελλάδα. Το κτίριο αποκαταστάθηκε πρόσφατα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και είναι επισκέψιμο. Άλλα σωζόμενα λουτρά της εποχής της Τουρκοκρατίας είναι το Πασά Χαμάμ, το Γιαχουντί Χαμάμ (Λουτρό των Εβραίων) στην περιοχή Λουλουδάδικα, αμφότερα του 16ου αιώνα, και το Γενί Χαμάμ.

Άλλα μνημεία της Οθωμανικής περιόδου
Αξίζει να αναφερθεί στα μνημεία της περιόδου και η σκεπαστή αγορά υφασμάτων Μπεζεστένι (bezesten), που χρονολογείται από τα τέλη του 15ου αιώνα. Είναι ένα από τα δύο σωζόμενα σήμερα μπεζεστένια στην Ελλάδα (το άλλο μπεζεστένι βρίσκεται στις Σέρρες και εκεί στεγάζεται το αρχαιολογικό μουσείο Σερρών). Το μπεζεστένι και σήμερα στεγάζει μικρά καταστήματα με υφάσματα.
Στη περιοχή Ντεπό, στα ανατολικά του Δήμου Θεσσαλονίκης και επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας βρίσκεται η τριόροφη Βίλα Αλλατίνι του 19ου αιώνα, ιδιοκτησίας των Εβραίων Θεσσαλονικέων βιομηχάνων Αλλατίνι, η οποία σήμερα αποτελεί την έδρα της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Το 1909 η Βίλα Αλλατίνι φιλοξένησε τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β' κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Θεσσαλονίκη έπειτα από το Κίνημα των Νεότουρκων στη Κωνσταντινούπολη.
Άλλο ένα δείγμα πολυτελούς οικίας της αντίστοιχης περιόδου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, είναι η Βίλα Μπιάνκα, η οποία βρίσκεται και αυτή επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας. Η βίλα Μπιάνκα, η οποία αναπαλαιώθηκε στα πλαίσια της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης και χρησιμοποιείται σήμερα σαν ένας χώρος του δικτύου Βαλκανικών πόλεων, κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα με τον σκοπό να στεγάσει την εύπορη οικογένεια της Θεσσαλονίκης Diaz - Fernandes.

Σύγχρονα μνημεία
Η Θεσσαλονίκη έχει πληθώρα μουσείων και ιστορικών μνημείων για να επισκεφθείτε. Το καθένα από αυτά έχει να σας μάθει κάτι διαφορετικό και να σας ταξιδέψει πίσω στο χρόνο. Εκτός από τα ιστορικά μνημεία υπάρχουν και τα σύγχρονα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Από αυτά, το πιο γνωστό είναι ο Πύργος του ΟΤΕ, έργο του αρχιτέκτονα Αθανασιάδη, στην είσοδο της ΔΕΘ. Κτίστηκε το 1969 για να στεγάσει το περίπτερο του ΟΤΕ. Η Helexpo αποτελεί συγκρότημα εκθεσιακών περιπτέρων και τα κτήρια ακολουθούν τις σύγχρονες τάσεις της αρχιτεκτονικής.
Επίσης, η Πλατεία Αριστοτέλους, που είναι η μεγαλύτερη πλατεία στην πόλη και μία από τις μεγαλύτερες κι ομορφότερες στην Ελλάδα. Εδώ γιορτάζονται όλα τα σημαντικά γεγονότα, όπως Χριστούγεννα, Πάσχα κ.α. Επίσης στην πλατεία γίνονται και οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι συναυλίες, τα φεστιβάλ και οι εκδηλώσεις. Η σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ και βλέπει προς τη θάλασσα. Στον χώρο της πλατείας βρίσκονται μερικά ιστορικά κτίρια της πόλης, όπως το Ολύμπιον, που διεξάγετε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το δίδυμο κτίριο του Ξενοδοχείου Ηλέκτρα Παλάς. Επίσης, μερικά από τα καλύτερα βιβλιοπωλεία της πόλης και αρκετοί ραδιοφωνικοί σταθμοί βρίσκονται στην περίφημη πλατεία.
Στη Νέα Παραλία συναντούμε σε περίοπτη θέση τον ανδριάντα του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1970 και στην Πλατεία Ελευθερίας υπάρχει το μνημείο του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Το 2011 ανεγέρθηκε ο αδριάντας του Κ. Καραμανλή στην παραλία της πόλης. Εκτός από την επίσκεψή σας στα αξιοθέατα, στα μουσεία και στα διάφορα μαγαζιά πρέπει οπωσδήποτε να κάνετε μια βόλτα και στις τοπικές ταβέρνες και ουζερί. Θα δοκιμάσετε ξεχωριστές γεύσεις όπως τα κοκόλικα (μικρά στρογγυλά σαν κεφτεδάκια), τσιρόνια με πράσα, χειροποίητο τραχανά και χυλοπίτες, λαγγίτες, γκολιού πίτα (παραδοσιακή κολοκυθόπιτα) και φυσικά τα φημισμένα τρίγωνα Πανοράματος και το τσουρέκι με τις διάφορες παραλλαγές του.
1. Λευκός Πύργος, 2. Πλατεία Αριστοτέλους, 3. Επιβατικό Λιμάνι, 4. Ρωμαϊκή Αγορά,
5. Επταπύργιο, 6. Ροτόντα, 7. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, 8. Διεθνής Έκθεση,
9. Καυταντζόγλειο Στάδιο, 10. Αρχαιολογικό Μουσείο (Φωτογρ. Χρήστου Βλάχου).

ΠΗΓΗ : Σελίδες Ιστορίας και Επιστήμης

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | 100 Web Hosting