Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ -ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 





Στὸ Σταυραητό

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.

Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.
Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.

Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.

Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

****************************************************


Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.

Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.
-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος!
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει!

Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;
Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;

Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν!
Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Ἐργοκριτική

Ὁ Κώστας Κρυστάλλης, γράφει ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ἦτο γνήσιος καλλιτέχνης. Δὲν ἔγραψε μίαν σελίδα, μίαν γραμμὴν χωρὶς τὴν σφραγῖδα τῆς ἰδιοφυοῦς ψυχῆς του. Καὶ τὰ πεζά του καὶ τὰ ἔμμετρα, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ εἰς ἁπλὴν καὶ ἀνεπιτήδευτον καθαρεύουσαν γραμμένα - διότι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ ποιητὴς δὲν εἶχε κατανοήσει ὅτι αἱ λαϊκαί του ἐμπνεύσεις παντοῦ καὶ πάντοτε, μόνον διὰ τῆς λαϊκῆς γλώσσης, ἦτο δυνατὸν ν᾿ ἀποδοθοῦν καὶ ἐταλαντεύετο ζητῶν τὸν ἀληθῆ δρόμον, ὅπως ὁ ἀεροπόρος πρὶν ἀναλάβει τὴν πρὸς τὰ ὕψη πορείαν- ὅλα μαρτυροῦν ὅτι ὁ Κρυστάλης ἔβλεπε καὶ ἠσθάνετο βαθέως, εἰλικρινῶς, ἀνθρωπίνως, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως ξένων ἀναγνωσμάτων, ἀπηλλαγμένος πάσης μιμήσεως, παντὸς ψιττακισμοῦ.

Μὲ τὸν Κώστα Κρυστάλλη ἡ ἑλληνικὴ ποίηση, ποὺ ὡς τότε ἦταν κυρίως ψεύτικη, ρομαντικὴ καὶ κλαψιάρικη, βρῆκε μιὰ καινούρια νότα, εὔρωστη, λεβέντικη καὶ γνήσια ἑλληνική.
Μᾶς ζωντάνεψε τὸν κόσμο τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης, τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ δάσους, τῆς ὀρεινῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἐθνικῆς μας παράδοσης. Ἦταν μιὰ σημαντικὴ στροφὴ τῆς ποιητικῆς ἔμπνευσης πρὸς τὴν ντόπια παράδοση καὶ μάλιστα μὲ τὰ μέτρα ποὺ ἦταν σὲ χρήση καὶ στὸ δημοτικὸ τραγούδι, μὲ τὸν λαϊκὸ δεκαπεντασύλλαβο.
Ἡ ποίηση αὐτὴ ἀγαπήθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κοινὸ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγαπιέται ἀκόμα, ὅπως ἀγαπήθηκε καὶ ὁ ποιητής, στὸν ὁποῖο ἡ λατρεία τοῦ κοινοῦ ἔχει στήσει ὡς σήμερα τέσσερεις προτομὲς (στὴν Πεντέλη, στὴν Ἄρτα, στὰ Γιάννενα καὶ στὴ Λάρισα).
Στὴν προτίμηση αὐτὴ συντέλεσαν ἀσφαλῶς καὶ οἱ δραματικὲς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔζησε ὁ ποιητής, ποὺ πέθανε ἄλλωστε πολὺ νέος, σχεδὸν παιδί, μόλις εἴκοσι ἕξι χρονῶν.
Γεννήθηκε στὸ Συρράκο τῆς Ἠπείρου τὸ 1868, ἀπὸ οἰκογένεια ποὺ εἶχε προσφέρει πολλὰ στὴν ὑπόθεση τῆς πατρίδας. Ὅταν τελείωσε τὸ δημοτικό, κατέβηκε στὰ Γιάννενα, νὰ μπεῖ στὴ Ζωσιμαία Σχολή. Στὴν πόλη αὐτὴ ἔμενε καὶ ὁ πατέρας του, πλούσιος ἔμπορος ἄλλοτε, ποὺ ἄρχισε ὅμως νὰ ξεπέφτει μετὰ τὸ 1881.
Ἕνας πράκτορας τῆς ῥουμανικῆς προπαγάνδας ζήτησε τότε ἀπὸ τὸ γερο-Κρυστάλλη, νὰ τοῦ δώσει τὸν Κώστα νὰ τὸν στείλει γιὰ δωρεὰν σπουδὲς στὸ Βουκουρέστι. Μὲ τὴν πρόταση αὐτὴ ὁ πατέρας πληγώθηκε στὴν ἐθνικὴ φιλοτιμία του, καὶ μάλιστα ἐράπισε τὸν πράκτορα.
Τὰ ἴδια πατριωτικὰ αἰσθήματα εἶχε καὶ ὁ νεαρὸς μαθητὴς-ποιητής, ὁ ὁποῖος εἶχε τελειώσει τότε ἕνα πρωτόλειο «ἐπύλλιον», μὲ τὸν τίτλο: «Αἱ Σκιαὶ τοῦ Ἅδου».
Ἡ ποιητικὴ αὐτὴ σύνθεση, μολονότι ἄτεχνη, παλλόταν ἀπὸ πατριωτικὴ ἔξαρση. Ὁ πράκτορας τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθεῖ. Κατάγγειλε τo ἔργο στὸν Τοῦρκο στρατιωτικὸ διοικητή, o oποῖος διέταξε τὴ σύλληψη τοῦ νεαροῦ Κρυστάλλη. Οἱ συμμαθητές του τῆς Ζωσιμαίας τὸν βοήθησαν νὰ κρυφτεῖ, καὶ ὕστερα ἀπὸ μεγάλες περιπέτειες, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1888, κατόρθωσε νὰ περάσει τὰ σύνορα καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀθήνα.
Ἡ ἀγωνιώδης προσπάθειά του νὰ πετύχει κάποια ὑποτροφία, γιὰ νὰ τελειώσει τὴν τελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου, δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐπειδὴ πλέον ἀντιμετώπιζε θέμα πείνας, ἀναγκάστηκε νὰ ἐργαστεῖ ἐπὶ δυὸ χρόνια ὡς τυπογράφος σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ὑπόγειο. Ἀργότερα ἐργάστηκε γιὰ μερικοὺς μῆνες ὡς συντάκτης στὸ περιοδικὸ «Ἑβδομὰς» τοῦ Ἰωάννου Δαμβέργη καὶ ὕστερα ὡς ὑπάλληλος τῶν ἐκδοτηρίων στοὺς Σιδηροδρόμους Πελοποννήσου. Ἡ ὑγεία του ὅμως εἶχε κλονιστεῖ ἀνεπανόρθωτα. Προσβλήθηκε ἀπὸ φυματίωση καὶ πέθανε στὴν Ἄρτα τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1894, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἕξι χρονῶν.
Μόνος, ἀβοήθητος, ἄρρωστος, χωρὶς ἐφόδια, ἀλλὰ μὲ τεράστια πίστη καὶ ζῆλο, ὁ νεαρὸς αὐτὸς ἐξόριστος, ἕνα χωριατόπουλο ἄπραγο, χαμένο στὴ μεγαλούπολη, πέτυχε νὰ φέρει ἕνα ῥυάκι δροσερὸ νερό, ἀπὸ τὴ βουνίσια ὀμορφιὰ μέσα στὴν ἀδιάφορη Ἀθήνα. Πέτυχε νὰ ἐπιβάλει τὶς ποιμενικὲς ἀναμνήσεις του, νὰ μᾶς γνωρίσει τὸ κάλλος τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς, νὰ μᾶς ξυπνήσει τὴν πατριωτικὴ φλόγα καὶ νὰ δημιουργήσει μιὰ δική του παράδοση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλισε ἰδιαίτερη θέση στὴν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας.
Ἀναστημένος στὴ σκλαβιά, ὕμνησε τὴν ἐλευθερία. Καὶ χάνοντας τὶς ὀμορφιὲς τῆς ὀρεινῆς Ἠπείρου, ποὺ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ξαναδεῖ, (οἱ Τοῦρκοι τὸν εἶχαν καταδικάσει ἐρήμην 25 χρόνια ἐξορία στὸ φεζάν), ἔκανε τραγούδι τὴ νοσταλγία του. Ὑπάρχει πολὺ πάθος καὶ πολλὴ ἀλήθεια μέσα στοὺς στίχους του, γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς δίνουν μιὰ γνήσια συγκίνηση.
Ἡ ἐργατικότητά του ἐξάλλου ὑπῆρξε χωρὶς προηγούμενο. Παρὰ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς ἀντιξοότητες τοῦ βίου του, ἔγραψε μέσα σὲ μιὰ πενταετία τόσα, ὅσα ἄλλοι χρειάστηκαν ὁλόκληρη ζωὴ γιὰ νὰ τὰ γράψουν.
Ἐξέδωσε τὶς ποιητικὲς συλλογές: «Τὸ ἐπύλλιον», «Ὁ καλόγερος τῆς Κλεισούρας τοῦ Μεσολογγίου» (1889). Μετὰ ἦλθαν τὰ «Ἀγροτικά» (1891), ὁ «Τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ καὶ τῆς στάνης» (1893).
Τὰ «Ἀγροτικά» τιμήθηκαν μὲ ἔπαινο στὸν Α´ φιλαδέλφειο Διαγωνισμὸ καὶ ὁ «Τραγουδιστὴς» μὲ πρῶτο καὶ θερμότατο ἔπαινο στὸν Β´ φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Ἡ κρίση θεωρήθηκε ἄδικη. Μὰ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους τῆς Ἀθήνας νὰ ξεσπαθώσουν μὲ ἐνθουσιασμὸ ὑπὲρ τοῦ Κρυστάλλη. Ἰδιαίτερη βαρύτητα εἶχε τὸ ἄρθρο τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη στὴν «Ἀκρόπολη», ποὺ ἔπιανε ὁλόκληρη τὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας.
Πέρα ἀπὸ τὴν ποίηση ἀσχολήθηκε ἀκόμα μὲ τὸ διήγημα καὶ δημοσίευσε τὴ συλλογή: «Πεζογραφήματα» (1894), ὅπου βλέπουμε ἐπίσης νὰ μοσκοβολάει ἡ νοσταλγία γιὰ τὴ χαμένη πατρίδα καὶ ἡ ἁπλότητα τῆς βουνίσιας ψυχῆς. Μιὰ ἐκτεταμένη ἱστορικο-λαογραφικὴ μελέτη γιὰ τοὺς «Βλάχους τῆς Πίνδου» (τὸ ὑλικὸ τῆς ὁποίας ὁ Κρυστάλλης ἑτοίμαζε ἀπὸ μαθητὴς) μᾶς δείχνει τὶς σημαντικὲς δυνατότητές του, ποὺ δὲν πρόλαβαν νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Οἱ τελευταῖες ποιητικὲς συνθέσεις του: (Γκόλφω, Ψωμαπάτης) ἔμειναν μισοτελειωμένες.
Μερικὰ ἄλλα ἔργα του χάθηκαν ὁριστικὰ (κάηκαν στὴ φωτιὰ ἀπὸ τὴ σπιτονοικοκυρά του, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἦταν φυματικός). Μιὰ πλήρη βιογραφία τοῦ ποιητῆ, σὲ μορφὴ μυθιστορήματος, ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λογοτέχνη Μιχάλη Περάνθη μὲ τὸν τίτλο: «Ὁ Τσέλιγκας».


Posted in: ΠΟΙΗΣΗ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | 100 Web Hosting