Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΗΠΕΙΡΟΣ !!!!!!!

Η ΗΠΕΙΡΟΣ

Ηπειρος λεβεντογέννα

Ηπειρος μοναδική
Πατέρας και Μητέρα
γεννήθηκαν εκεί .

Καθώς κι` ο Αδερφός μου
ο Νίκος δηλαδή ,
στην Ηπειρο γεννήθηκε
στην Ηπειρο εκεί .

Γι` αυτούς περήφαν` είμαι
και για τους τρείς εγώ ,
που πάντα θα θαυμάζω
και πάντα θ` αγαπώ.

Παπούδες και Γιαγιάδες
ξαδέρφια θειοί και θειές
όλοι τους γέννημα και θρέμμα
στην Ηπειρο που λές .

Δεν έχει πεδιάδες,
μόνο απέραντα βουνά
που κελαϊδάει ο Γκιώνης
κι` ενα σωρό πουλιά .

Εχει ποτάμια και ρυάκια
πούνε Θεού χαρά ,
έχει γεφύρια κι` εκκλησάκια
με πέτρα όλ` αυτά
που χτίστηκαν μ` αγάπη
και με πολλή χαρά .

Εχει μεγάλους ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ
που κτίρια ίδρυσαν πολλά,
αποκτημέν` απο δικούς τους κόπους
εκεί στην μακρινή την ξενιτειά .

Εχει και παλληκάρια
που πολεμήσανε σκληρά
και δώσαν το 40 τα κορμιά τους
για την Ελευθεριά .

Ακόμη και η ρύσις
αυτή η λαϊκή
λέει για τους Ηπειρώτες
απ` την λεβεντογέννα γή ,
πως είναι : " Πρώτοι στ` άρματα
στα γρόσια και στα γράμματα " .

***

Αυτοί οι στίχοι , είναι γραμμένοι απο την Χαρίκλεια Βολογιάννη του Μιχαήλ και της Πολυξένης , γεννημένη και μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη , Δικηγόρος Θεσ/νίκης και μετά Υποθηκοφύλακας στην περιοχή Σερρών και αργότερα στην περιοχή Χαλκιδικής ,και που είναι
πρώτη μου εξαδέρφη .

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 17/10/2012

Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΟΥ ( ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ )



" ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΟΥ "

Τριάντα είναι του Μάη
δυό χιλιάδες του εννιά,
κι` ήρθαμε σε μια Εκκλησία
πάνω , σε ψηλά βουνά .
**
" Παναγιά Προυσού "την λένε
κι`ήρθε απο την ξενιτειά
κρύφτηκε , ( να μην την βρούνε )
σε πανύψηλη σπηλιά .
**
Οταν οι εικονοκλάστες
κυνηγούσαν Χριστιανούς
σπάζαν, ρήμαζαν τα πάντα ,
και δεν είχανε φραγμούς .
**
Ενας νιός , στην αγκαλιά του
την εκράταγε σφιχτά ,
την εικόνα την ωραία
τούτη με την Παναγιά .
**
Του την είχε δώσει η Μάννα ,
να την παρει μακρυά ,
να την πάει στην Ελλάδα
να γλυτωσ` η Παναγιά .
**
Κι` είπε : πάω στο Καρπενήσι
να την σώσω απ` την φωτιά .
Απ` την ΠΡΟΥΣΣΑ την επήρε
και την κράταγε σφιχτά ,
σαν κειμήλιο την θωρούσε,
με περήφανη ματιά .
**
Ειχ` όμως μεγάλο δρόμο
και κουράστηκε πολύ .
Εγειρε , στην ρίζα δένδρου
λίγο ν` αποκοιμηθεί .
**
Οταν άνοιξε τα ματιά
κι` είδε γύρω-γύρω εκεί
η εικόνα που κρατούσε ,
είχε εξαφανισθεί !
**
Οταν έφτασε στην πόλη
στον πατέρα του κοντά ,
τα διηγώντανε με θλίψη
και με πόνο στην καρδιά .
**
Ξάφνου , έστρεψε το βλέμμα
πάνω εκεί στον ουρανό ,
προσευχή θελε να κάνει
στον πανάγαθο ΘΕΟ !
**
Ομως, στο βουνό επάνω ,
κάπου εκεί , πολύ ψηλά
μεσ` την νύχτα εκείνη τότε ,
φεγγοβόλαγε μια φλόγα
μέσα, απο μια σπηλιά .
**
Πήγε ο νιός με τον πατέρα
στο πανύψηλο βουνό ,
και με έκπληξη και δέος
είδανε αυτό που χάσαν ,
τον μεγάλο Θησαυρό !
**
Ητανε αυτή η εικόνα ,
της γλυκιάς της Παναγιάς ,
που στην αγκαλιά της είχε
τον Χριστούλη , της καρδιάς .
**
Φεγγοβόλαγε ο τόπος ,
έλαμπε η Παναγιά ,
κι` ήταν σαν να τους ζητούσε
" να μην φύγει μακρυά "
**
Εγινε το θέλημά της
δεν την πήρανε ξανά
κι` έφτιασαν ένα εκκλησάκι
μεσ` εκείνη την σπηλιά
**
Είναι δύσκολος ο δρόμος
για να πάς εκεί ψηλά ,
μα όσοι πάν να προσκυνήσουν
δεν αντάμωσαν ποτέ τους
ούτε μια αναποδιά .
**
Είθε να μας αξιώσει
ο πανάγαθος ΘΕΟΣ
πάλι εκεί να ξαναπάμε
και στις προσευχές μας νάναι
πάντοτε ο αρωγός !
******
Η Ι.Μ. ΠΡΟΥΣΟΥ !!!!!!!!!!!!


 Αυτοί οι στίχοι , είναι γραμμένοι απο την Χαρίκλεια Βολογιάννη του Μιχαήλ και της Πολυξένης , γεννημένη και μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη , Δικηγόρος Θεσ/νίκης και μετά Υποθηκοφύλακας στην περιοχή Σερρών και αργότερα στην περιοχή Χαλκιδικής ,και που είναι πρώτη μου εξαδέρφη !!!

Θεσσαλονίκη 2 / 6 / 2009

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟ ( Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ )

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894):
Ποιητὴς καὶ πεζογράφος ἀπὸ τὴν ΗΠΕΙΡΟ !!!!!!!!!!!!!!!

Στὸ Σταυραητό

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.

Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.

Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΓΕΛΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΒΑΛΣΑΜΟ !!!

Πάει κι` αυτή η Πρωτοχρονιά κι` ας  καρτερούμε μιά άλλη , όπως λέει ένα παλιό Ελληνικό
τραγούδι.
Πάει κι` αυτή η Πρωτοχρονιά με τους περισσότερους Ελληνες κακόκεφους και προβληματισμένους
για το ΑΒΕΒΑΙΟ πιά μέλλον όλων μας .
Πάει κι` αυτή η Πρωτοχρονιά ................... παρέα με τα " εκατομύρια " των προμηθειών για τους εξοπλισμούς , τις βίλλες των πολιτικών και τις διακοπές των ΟΛΙΓΩΝ  στα χιονοδρομικά κέντρα
η στα εξωτικά νησιά .
Λίγοι ήταν αυτοί που μπόρεσαν να γελάσουν πραγματικά και αυθόρμητα , όπως παλιότερα και
 όσοι γέλασαν , γέλασαν πικρά για την κατάντια μας .
Ωστόσο όμως πρέπει να γελούμε , ο,τι και να συμβαίνει , το γέλοιο είναι βάλσαμο !
Ενα ποιηματάκι της Φούλας Μελετοπούλου , μας λέει πολλά και ουσιαστικά .

Τα γέλοια !
Είναι γέλοια που τρελλαίνουν ...
Γέλοια που σε ξεκουφαίνουν.
Είναι γέλοια που τρομάζουν.
Κι` άλλα πάλι που σε σφάζουν !
Είναι γέλοια που κουρδίζουν
γέλοια που σε δαιμονίζουν ,
γέλοια που σ` αναστατώνουν,
γέλοια που σε χαντακώνουν !
Ακούς γελάκια ολόγλυκα
που ανοίγουν την καρδιά ,
μ`ακούς και γέλοια πρόστυχα
που μοιάζουν με στριγγλιά !
Είναι γέλοια που θυμίζουν
το σκοπό μιάς θείας νότας ,
κι` άλλα πάλι που αμιλλώνται
με κακάρισμα της κόττας ......
*****
Και μ` όλα αυτά μην το ξεχνάτε ,
πως είν` ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΓΕΛΑΤΕ !
Το γέλοιο είναι βάλσαμο ,
το γέλοιο ξανανειώνει .......
Μπροστά στο γέλοιο σβύνουνε,
κι` οι πιο μεγάλοι πόνοι .
Γελάτε ελεύθερα λοιπόν ,
θα βρήτε άφθονον υλικόν !
Γελάστε με τ` αστεία μου
όσο κι` αν είναι λίγα .
Γελάστε .......γιατί κάθησε
στη μύτη σας μιά μύγα !
Γελάτε πάντα στη ζωή ,
αλλά ......προσέχτε μόνο
να ΜΗ ΓΕΛΑΣΕΤΕ ΠΟΤΕ
με του ΑΛΛΟΥΝΟΥ ΤΟΝ ΠΟΝΟ !
*****


Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ !!!!!

















 














Διονύσιος Σολωμὸς

Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν


1.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

3.- Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι» νὰ σοῦ πεῖ.

4.- Ἄργειε νὰ 'λθει ἐκείνη ἡ μέρα,
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατί τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! ΙΙαρηγορία
μόνη σου ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.

6.- Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ' ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

7.- Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ' ἐρμιές;».
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8.- Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ' αἷμα,
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9.- Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχὴ τὸ δρόομο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή.
δὲν εἲν' εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλεῖ.

11.- Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
ἀλλ' ἀνάσαση καμιά.
ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

12.- Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου
ὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νάβρεις τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἳ σκληροί.

13.- Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποῦ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14,- Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἢ ζωή.

15.- Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

16.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17.- Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τσ' ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἒτρεφ' ἄνθια καὶ καρπούς,

18.- ἐγαλήνευσε. καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοή,
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ

19.- Ὅλοι οἱ τόποι σὸν σ' ἐκράξαν
χαιρετώντας σὲ θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν
ὅσα αἴσθανετο ἢ χαρδιά.

20.- Ἐφωνάξανε ὡς τ' ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21.- μ' ὄλον ποὺ 'ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικά,
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

22.- Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23.- Ἀπ' τὸν πύργο τοῦ φωνάζει,
σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,
καὶ τὴ χήτη τοῦ τινάζει
τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανο.

24.- Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ' ἄκρα της Ρουσίας
τὰ μουγκρίσματα τσ'ὀργῆς.

25.- Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πῶς τὰ μέλη εἲν' δυνατά.
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

26.- Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποῦ φτεράκαι νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ.

27.- καὶ σ ἐσὲ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σὲ μισεῖ,
ἒκρωζ' ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορεῖ.

28.- Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾶς.
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισὶες ὀποῦ ἀγρικᾶς,

29.- σὰν τὸ βράχον ὀποῦ ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνει
εὐκολόσβηστον ἀφρό.

30.- ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,
ὁποιανοὺ θέλει βρεθεῖ
στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

32.- Τὸ θηρίο π' ἀνανογιέται
πῶς. τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ.

33.- τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά.

34.- Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ.
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.

35.- Ἰδού, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς.
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

36.- Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει, πάντα ὅπως νικεῖ,
κι ἃς εἲν ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἲν' πολλά.
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα
ποῦ θὲ νὰ 'βρει ἡ συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή.
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40.- Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἵματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν' ἀνεβεῖ.

41.- Μέτρα ! Εἲν' ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν.
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ', ὥστε ν' ἀνεβοῦν.

42.- Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά.
νά, σᾶς φθάνει. ἀποκριθεῖτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!

43.-Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44.- Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45.- Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποῦ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47.- καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι
ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράστεναν τὸν Ἅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά.

48.- Τ' ἀκαρτέρειε. Ἐφαῖνοντ' ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49.- Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἲν' ἄδικα σφαγμένοι,
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς.
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν' ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ' ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55.- Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν
ὅπου εἲν' αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά.

56.- καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,
καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57.- Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
κι ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58.- Τόοτε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59.- Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου.
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ
εἶναι κτύπημα θανάτου
χωρὶς νὰ δευτερωθεῖ.

60.- Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει.
λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴ
ἀπ' τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθεῖ.

61.- Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τοὺς ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὀποῦ χουμᾶνε
περισσότερο εἲν' γοργά.

62.- Οὐρανὸς γι' αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ.
γι' αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63.- Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,
ποῦ στοχάζεσαι μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ' ἄλλη
δὲν μείνει ἒ ν ἃ ς ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,
σωθικὰ λαχταριστά.

66.- Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγή.
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
φθάνει. ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67.- Ποὶος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68.- Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,
καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70.- Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί.
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71.- Ἦταν τόσοι ! Πλέον τὸ βόλι
εἰς τ' αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ' ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72.- Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75.- Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι.
δὲν λάμπ' ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ' ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

76.- Εἰὶς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθώα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἄρνι.

77.- Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,
ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78.- Ὢ τρακόσιοι, σηκωθεῖτε
καὶ ξανάλθετε σέ μας.
τὰ παιδιά σας θέλ' ἰδεῖτε
πόσο μοιάζουνε μέ σας.

79.- Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ' ἐδῶ.

80.- Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πείνα καὶ θανατικό,
ποῦ μὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό.

81.- καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82.- Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

83.- Στηὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες
ὀποῦ κάνουνε χορό.

84.- Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85.- Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυχοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

86.- Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

88.- Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89.- Σοὺ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τo χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

91.- Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
ποῦ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92.- Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή.
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93.- Ποιοὶ εἲν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἂρματ', ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηχες ἐσύ!

94.- Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

95.- Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός.
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96.- Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾶς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

97.- Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς:
«Σήμερ', ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναὶ τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

98.- Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:
"Ἐγὼ εἲμ' Ἄλφα, Ὠμέγα ἔγω.
πέστε, ποὺ θ' ἀποκρυφθεῖτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99.- Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποῦ, μ' αὐτὴν ἂν συγκριθεῖ
κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω,
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθεῖ.

100.- Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

101.- Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σώζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή"».

102.- Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
Τοῦ θυμοῦ Τοῦ εἶσαι ἀδελφή;
Ποὶος εἲν' ἄξιος νὰ νικήσει
ἢ μὲ σὲ νὰ μετρηθεῖ;

103.- Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
τὴ μισόχριστη σπορά.

104.- Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροὴ
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106.- νὰ ἀποφύγετε; Τὸ κύμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό.
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρεῖτε ἀφανισμό.

107.- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108.- Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109.- Ποὶος στὸ σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθεῖ.
ποὶος τὴ σάρκα τοῦ δαγκώνει
ὅσο ὀποῦ νὰ νεκρωθεῖ.

110.- Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ' ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορᾶ.

111.- Σβιέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί,

112.- Ἔτσι ν' ἄκουα νὰ βουΐξει
τὸ βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξει
κάθε σπέρμα ἀγαρηνό!

113.- Καὶ ἐκεῖ ποὺ 'ναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ' ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114.- σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξει
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ' ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξει
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.

115.- Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένει,
κι ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ' ἀργὸ πάτημα ἂς πηγαίνει
μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

116.- Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιο

117.- καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολὺ φλοίσβισμα καὶ ἀφρὸς

118.- Ἅ, γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα
ὀποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,

119.- τὸ Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός.

120.- Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ' ἕνα τύμπανο τερπνὸν

121.- καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τσ' ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123.- Εἰς αὐτήν, εἲν' ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124.- Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ' ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποία τὴν περιζώνει,
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125.- Μὲ βρυχίσματα σαλεύει
ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

126.- Φαίνετ' ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἥλιου,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127.- Δὲν νικιέσαι, εἲν' ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128.- Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129.-Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἲν' πολλές,
πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

130.- Μ' ἐπιθύμια νὰ τηράζεις
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τοὺς κεραυνό.

131.- Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

132.- Πνίγοντ' ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
Καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί.
χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σὲ πέταξαν ἐκεῖ.

133.- Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τσ' ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντας τὰ εἰς τὸ φιλί.

134.- Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135.- Ὅλοι κλάψτε. ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ὡσὰν νὰ 'τανε φονιάς!

136.- Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα
π' ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ' Ἅγιον Αἷμα, τ' Ἅγιον Σῶμα.
λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγεῖ

137.- ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθεῖ,
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσει
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμεῖ.

138.- Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139.- Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάχτυλο ἡ θεά.

140.- Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ' ἀνησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

141.- «Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142.- Ἀπ' ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική,
ἀλλὰ ἀνίκητη μία μένει
ποῦ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143.- Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ, τὸ νοῦ σας τυραννεῖ.

144.- Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
"πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".

145.- Κειο τὸ σκῆπτρο πού σας δείχνει
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά.
μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146.- Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,
παλληκάρια, ἂς μὴν πωθεῖ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147.- Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
"Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά".

148.- Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα.
ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149.- Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθεῖτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150.- Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθεῖ.
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθεῖτε,
πάντα ἐσᾶς θ' ἀκολουθεῖ.

151.- Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.
δὲν εἲν' φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς
λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε
ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!"».

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΠΥΛΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ ( Πέτρος Τσερκέζης )



ΤΡΕΙΣ ΠΥΛΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ

Τρεις πύλες βγαίνουν από την παλιά πόλη της Λευκωσίας
σαν τρεις νύφες του μύθου, τρεις πριγκίπισσες.

Τρεις πύλες της οχυρωμένης πόλης από τεράστια αμυντικά τείχη.
Τρεις πύλες έμειναν τυφλές και αόμματες
στους κεραυνοβολημένους δρόμους της ιστορίας.
Τρεις πύλες που δε σε οδηγούν πουθενά.

Η μια έχασε τους δρόμους μέσα στους νεκρούς
μένοντας μαρμαρωμένη σε μεγαλειότητα αυτοκρατορική.
Η γλυκιά της θάλασσα κοιμάται κι εκείνη μαρμαρωμένη
στα πόδια της νεκρής πόλης, της Αμμόχωστος της Βασιλεύουσας
λες ένα ταμπούρλο προσμένει να την ξυπνήσει.

Τρεις πύλες ανοίγονταν αρχοντικές στα σπλάχνα της αρχαίας πόλης.
Η δεύτερη είναι απρόσιτη, έσπρωξε τα πόδια της
ως την ηλιόλουστη Κερύνεια και αιχμαλωτίστηκε εκεί.
Τώρα στο ακροπύργιο της μαύρα πουλιά φωλιάζουν.

Μέσα στα γλαρά κύματα αλυσοδεμένη περιμένει μια άνοιξη
και ένα καλοκαίρι να ανοίξουνε τ’ αμπάρια της να πλημμυρίσουν
τα λουλούδια ξανά στο δρόμο της επιστροφής ως την αρχαία πύλη,
τα μαύρα ρούχα να πετάξει, και τα μαλλιά της τα ψαρά
να τα τινάξει στον αέρα πυρρόξανθα να γίνουν.
Το ακρόπρωρο του καραβιού αέρινο και φτερωτό
να πλεύσει στα πελάγη.

Η τρίτη αχ, πέτρωσε κι αυτή πλάι σε μια νεκρή ελιά.
Οι πάνοπλοι καβαλάρηδες βγήκαν ένα πρωί
και δε γύρισαν να την ανοίξουν ξανά.
Έμεινε κι εκείνη εκεί στη μαύρη ζώνη νεκρή
μαχαιρωμένη από ατσάλινα μισοφέγγαρα.

Εκεί ξένοι στρατιώτες ανέμελοι καπνίζουν τα πούρα τους
τη στάχτη τους τινάζοντας για να σκεπάσουν το έγκλημα
και μ’ ένα πέπλο ρόδινο να το τυλίξουν.

Τρεις πριγκίπισσες αρχοντικές ξεκίνησαν ένα ταξίδι
από τον αρχαίο μύθο, και μαρμάρωσαν
μες τη δίνη του βάρβαρου χρόνου.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Από τη συλλογή «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»
· Χθες στις 11:40 π.μ. στην περιοχή Lefkosa, Nicosia, Cyprus

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

ΜΗ ΚΛΑΙΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ( ΠΕΤΡ. ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ)

  • ΜΗ ΚΛΑΙΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

    Μη κλαις για μένα, ψυχούλα μου.
    Μη κλαις για μένα τώρα που θα φύγω.
    Άνοιξε λίγο την κουρτίνα να ξεχειλίσει το μειλίχιο φως του Σεπτέμβρη.

    Μη κλαις για μένα, δεν αντέχω τα δάκρυα.
    Δεν την αντέχω αυτή τη σβούρα, αυτό το θόρυβο κόλασης που χτυπάει στα μηλίγγια μου. Αυτά τα μουντά και ξεπλυμένα τοπία που σε τρέμουν με την ερημιά τους κατρακυλούν πίσω μου.

    Μη κλαις για μένα.
    Σε λίγο ο ήλιος θα γίνει γκρίζος, μουντός και θα πνιγεί μέσα στα δάκρυα, μέσα στα νερά της μανιασμένης θάλασσας.
    Μη σηκώνεις το χέρι.
    Μη κοιτάζεις τον άδειο ώμο.
    Το περιστέρι που πέταξε και παφλάζει στον αγέρα θα επιστρέψει ξανά συνεχίζοντας το παιχνίδι από τον ώμο μου στον ώμο σου και από κει προς άγνωστη κατεύθυνση.
    Άφησέ με να με πάρει το σύννεφο, να γίνω βροχή, να ρίξω κι εγώ πάνω στον κόσμο μια κραυγή, μια αστραπή και μια βροντή.

    Μη κλαις για μένα, μικρούλα μου. Μη κλαις για μένα, ψυχή μου.
    Μη κλαις, μη οδύρεσαι, μη προσεύχεσαι για μένα. Είμαι το παιδί της αμαρτίας και της περιπέτειας.
    Άνοιξέ μου λίγο την κουρτίνα πριν πεθάνει αυτή η μέρα.
    Φτάνει πια ο πόνος. Πάνω στο πρόσωπό σου είναι χαραγμένες
    και οι διαβρώσεις από τα δάκρυα της γιαγιά σου. Από όλους τους ποταμούς του μισεμού. Μη κλαις για μένα.

    Άσε να σβήσω τις ρυτίδες, να εξαφανίσω τις βαθιές διαβρώσεις με επιδέσμους γαλάζιου ουρανού. Από κει ξεκινούν όλοι οι δρόμοι, εκεί τελειώνουν όλοι οι δρόμοι, όλοι οι ορίζοντες. Μη κλαις για μένα.

    Μια χούφτα χώμα ζεστό σαν η καρδιά. Μια χούφτα μαγιάτικο χώμα που ξεμυτίζουν δυο κρίνα. Μια χούφτα χώμα. Εκεί θεριεύει το λουλούδι, εκεί μεγαλώνει το στάχυ, εκεί τρέχουν τα δάκρυα των λουλουδιών. Μη κλαις για μένα.

    Όταν θα ξεψυχήσει αυτή η μέρα, θα βρίσκομαι μακριά. Μη κλαις, μη κλαις για μένα. Ο μαύρος κόρακας θα ραμφίσει τα μάτια της μνήμης και τότε θα είναι το τέλος. Θα βρίσκόμαστε πια μακριά, πολύ μακριά. Μη κλαις για μένα. Μη κλαις γι αυτό τον ηλίθιο ουρανό κάτω από τον οποίο χάθηκαν τα όνειρά μας. Δεν οφείλει πια σε τίποτα. Μη κλαις για μένα...

    ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
    Από τη συλλογή: «ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
    24 Ιουνίου στις 12:26 π.μ. στην περιοχή Lefkosa, Nicosia, Cyprus

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟ ΜΑΝΤΙΛΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ( ΠΕΤ. ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ)

ΣΤΟ ΜΑΝΤΙΛΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ξεδίπλωσε το μαντίλι στα γρήγορα,
Δεν ήταν ένα μαντίλι απλό όπως, όπως
(Έμοιαζε κάπως με εκείνο των γιαγιάδων μ’ έναν κόμπο στην άκρη
Με το πιο ιερό κειμήλιο
Ή μ’ εκείνο το κεντημένο από τα χέρια της αγάπης).
Ξεδίπλωσε το μαντίλι της καρδιάς
Και τύλιξε εκεί μέσα πρώτα τον κήπο
Μ’ ένα ρόδινο πέπλο ομίχλης, κάτω από τη σκιά των πουλιών
δυο δάκρυα αγάπης από τα μάτια της χαραυγής
Και το αιώνιο κελάηδημα να τρεμουλιάζει τον αέρα.
Μετά την κερασιά της παιδικής ηλικίας,
Που άνθιζε στο παράθυρο του χρόνο σαν από μαγικά φιλιά.
Τράβηξε το ακρινό παράθυρο θαμπωμένο, με δυο ρυάκια δακρύων
Τα μάτια της μάνας στυλωμένα εκεί σε αιώνια προσμονή,
Μάτια ουρανός και μάτια δρόμος.
Νοικοκύρεψε, περιποιήθηκε και σμίκρυνε το πατρικό σπίτι,
Ήταν πολύ μεγάλο, δεν μπορούσε να το βολέψει
Το σμίκρυνε κι άλλο, έβαλε κι ένα κλαρίνο
Με τη μουσική των ανέμων και των πανηγυριών
Τοποθέτησε και τα παράθυρα από ένα άλλο σπίτι, της πρώτης του αγάπης,
Τα τοποθέτησε πάνω στου σπιτιού του σαν με διπλό γυαλί
Τον ανακούφισε αυτό το εύρημα, έμοιαζε σαν ζωγραφισμένο
Και η περγουλιά σκαρφάλωνε όμορφα και ήρεμα
Σαν από δυο ανοιξιάτικες αυλές, σαν από δυο αστερισμούς
Σαν στην αγκαλιά δυο χαρούμενων καλοκαιριών.
Το ποτάμι, είπε, το ποτάμι έρχονταν θολό και ορμητικό.
Αχ, πώς να πάρεις μαζί σου ένα θολό και αγριεμένο ποτάμι,
Που κατρακυλάει μπροστά σου
σαν να θέλει να σου φράξει τη στράτα;
Δεν πειράζει, αποφάσισε, φτάνει αυτό το πηγαδάκι
Με δυο κάνουλες φεγγαριού σαν αργυρός καθρέφτης
Τύλιξε και το καμπαναριό, το κυπαρίσσι ήταν πολύ ψηλό
Τρύπησε το μαντίλι σαν βέλος.
Τύλιξε το μαντίλι στα δυο
Και το τοποθέτησε προσεχτικά στη τσέπη του.
Γύρισε και μια φορά το κεφάλι, βούρκωσαν τα μάτια του
Πάμε, γρήγορα, είπε, σβαρνίζοντας τα πόδια του.
Δεν τα μπορούσε τα μελό και τα δάκρυα.
Βγήκε στο δρόμο και τον τύλιξε ένα πέπλο σκόνης.
Πέρα έβρεχε. Έβρεχε στην ψυχή του. Έβγαλε το μαντίλι
Μ’ εκείνο θα σκούπιζε από δω και στο εξής
Τη γκρίζα σκόνη της θλίψης και της λησμονιάς.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τη συλλογή: «ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ»
                                       " Τράβηξε το ακρινό παράθυρο θαμπωμένο, με δυο ρυάκια δακρύων
                                               Τα μάτια της μάνας στυλωμένα εκεί σε αιώνια προσμονή,
                                                                   Μάτια ουρανός και μάτια δρόμος."


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΩΣ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ ( ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ )

ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΩΣ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ

Η νύχτα γέμισε τα μαύρα της μαντίλια
Με θραύσματα κρυστάλλων μετεωρίτες λαμπρούς
Από νεκρούς λησμονημένους πλανήτες.
Και σκέπασε τον ύπνο του κόσμου. Όνειρα γλυκά, μάτια μου.
Είμαι στη βεράντα ενός άστρου και νανουρίζω
Όνειρο με δυο φτερά περιστεριού
Πόσο κοντά είσαι που δεν μπορώ ν’ αντέξω
Το χαμό μιας ελπίδας που με τυραννάει σαν δήμιος
Είσαι πολύ μακριά για να χαιρετήσω
Τον ερχομό ενός ονείρου που ξεψύχησε
Στην αμμουδιά της ξεχασμένης νιότης.
Σταμάτα πια μη σκουπίζεις τα μάτια με αυτά τα μαντίλια
Που έβαψαν κόκκινα από τον πόνο.
Η αντάρα κρεμάστηκε στα βλέφαρά μου
Και κρύβει τη θάλασσα του πόθου μου που οργιάζει.
Κρασί κερνάω τον πόθο μου, κρασί τον πόνο και την αγάπη
Είσαι πολύ κοντά για να σου χαρίσει ο ουρανός το φιλί ενός άστρου
Δε σε φτάνει, δε σε θωρεί, το άγγιγμα σου γρατζουνίζει
Το δέρμα μιας ανέμελης υποψίας. Είσαι πολύ μακριά
Για να σε τοποθετήσω στη χρυσή αγκαλιά μιας κλίνης
Από αναφιλητά με προσδοκίες αναστεναγμών
Το στόμα της νύχτας είναι άδειο, το στόμα του φιλιού
Φαγώθηκε σε μια θάλασσα από καρχαρίες και σειρήνες
Και η πέτρα της υπομονής έγινε θρύψαλα
Πάνω στους βράχους μιας άλλης εποχής.
Είσαι τόσο μακριά παλμός θάλασσας στο εύθραυστο στέρνο
μια στερνής επιθυμίας
Και τόσο κοντά αργυρά φίδια κεραυνών που περιφρουρούν
Το βασιλικό μέγαρο μιας οργισμένης γοργόνας
Πνίγεσαι στον καθρέφτη ενός παγιδευμένου ασθενή
Στις μεταστάσεις του αθεράπευτου σώματος του λυπημένου φθινοπώρου.
Ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι από κίτρινα φύλλα.
Η νύχτα δεν έχει στόμα, έχει μόνο εφιαλτικούς γκρεμούς αστεριών
που βελάζουν στα τρίσβαθα της μνήμης θεριεύοντας λιονταρίσια.
Πες μου πως τρυπώνει η θλίψη σ’ένα ποτήρι ερωτευμένων
και σ’ένα δάσος αηδονιών, πες μου, μπορείς;
Οι ανάσες του ανέμου είναι από σπασμένα κουπιά,
σπασμένα κατάρτια και τρίαινες στην καρδιά ενός ανυπότακτου Οδυσσέα
Με ποιες λέξεις μιλάνε οι κούφιες σιωπές;
Κάθε λέξη είναι μια σκοτεινή σήραγγα, κάθε λέξη είναι μια πληγή
Ευάλωτο φως, βαμβάκι για τις πληγές
Πες μου πως τρυπώνει η θλίψη στο περιφρουρημένο κάστρο
μιας ζηλεμένης αγάπης,
Πως σκοτεινιάζει έτσι ο ουρανός από μαύρα φτερά
Πες μου σε πιο πέλαγος σηκώνει τα πανιά της η ελπίδα;
Πες μου πως έβαψαν έτσι τα κόκκινα μαντίλια
Τον ουρανό, τη θάλασσα και το πράσινο ποτάμι της καρδιάς μου
Αν με βρεις στο κατώφλι σου κάποιο πρωινό
που ανεμίζει ο ήλιος τα χρυσά του σεντόνια
Θα είμαι από ξεραμένη λάσπη, από αίμα και από αγάπη
Πες μου πως τρυπώνουν έτσι αλύπητα τα αιχμηρά μαχαίρια
του πόνου, της θλίψης και της αγάπης.
Μεθάω με το κρασί του πόνου,
με το κρασί ποτίζω τα άνυδρα παρτέρια μιας άχρωμης ζωής
και ο λεπτός μίσχος της ψυχής μας χλομιάζει, όλο χλομιάζει.
Όλα μου λεν να σ’αρνηθώ κι εγώ δε σ’απαρνιέμαι
Δεν μπορώ ν’απαρνηθώ αυτό το δρόμο της καρδιάς,
Το αμάρτημα του έρωτα με αυτά τα μάτια ουρανό
Όλα τα πηγάδια είναι μολυσμένα, και τα πηγάδια τ’ουρανού
και της γης, αλλά εγώ κρατώ το τελευταίο δάκρυ κρυστάλλινο,
ύδωρ ιερό για να ποτίσω το όνειρό σου.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Από τη συλλογή «ΑΝΑΠΝΟΕΣ ΗΛΙΟΥ»
Στην περιοχή Lefkosa, Nicosia, Cyprus

  • " Το αμάρτημα του έρωτα με αυτά τα μάτια ουρανό "

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΠΩΓΩΝΗΣΙΑ ΛΑΛΗΜΑΤΑ

1. Ο ΤΟΠΟΣ ΚΟΠΗΚΕ ΣΤΑ ΔΥΟ

Ο τόπος κόπηκε στα δυο,
Χτυπά ο μπαλτάς, ο φοβερός.
Εσύ από κει, εγώ από δω
Φραγμένοι γης και ουρανός.

Εσύ από κει, εγώ από δω
Λαβωματιά μες το πλευρό,
Δίχως αγάπη και θεό
Στα σκοτεινά μοιρολογώ.

Μες το σκοτάδι το βουβό
Δίχως αγάπη και θεό,
Ξεκληρισμένοι απ’ τον κορμό,
Δε γνώρισα μάνα κι αδερφό.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, στο ντουνιά
Γνώρισα μόνο απονιά,
Το συρματόπλεγμα πληγή
Μου χάραξε μες το κορμί.

Με συρματόπλεγμα αστραπή
Μου φράξανε και την αυλή.
Πουλί, αχ άλαλο πουλί
Μες το κλουβί, στη φυλακή.

2. ΗΡΘΑΝΕ ΧΡΟΝΙΑ ΘΛΙΒΕΡΑ…

Ήρθανε χρόνια θλιβερά με βάρβαρους και άγριους,
Μας γκρέμισαν καμπαναριά, μας χάλασαν τους άγιους.

Βουβές καμπάνες δεν ηχούν, μανάδες χωρίς τέκνα,
Σαν δέντρα χωρίς φυλλωσιά κεραυνοβολημένα.

Χωριά σαν κρίνα ανθηρά στη σκλαβιά μαραμένα
Σας βλέπω και θρηνώ κρυφά με μάτια βουρκωμένα.

Αχ, μαραμένη λεβεντιά σαρανταπληγωμένη
Κάνεις ν’ ανοίξεις τα φτερά και ξανά σταυρωμένη.

Πάνω στο φρύδι σου σπαθί πληγώθηκε ο Αυγερινός,
Φέρτε κλαρίνα και βιολιά ν’ αναστηθεί μες το χορό.

Αετός τινάζει τα φτερά και πέφτουν αλυσίδες,
Σήκωσε το κεφάλι σου με γαλανές ελπίδες.

Η Πούλια και ο Αυγερινός να κατεβούν κοντά σου
Και γαλανόλευκα φτερά ν’αρπάξουν την καρδιά σου.

3. ΠΕΝΤΕ ΠΗΓΑΔΙΑ

Πέντε πηγάδια αχ, κοκκίνισε το αίμα της αγάπης.
Κάνουλες πορφυρές, πέντε πηγάδια.

Το ένα το λεν Ρομπάτικο, τ' άλλο το λεν Βοντίτσα,
Στο ένα πλένουν λυγερές, στο άλλο πίνουν άτια

Στην Αντριάδα η άνοιξη λευκαίνει τα λευκά της
Και πλάι στον Κατωπήγαδο τ' αηδόνια κελαηδούνε.

Τ' άνθη φέρνει ο άνεμος και τα φιλιά τ’ αστέρια,
Και το φεγγάρι ομορφιές στα αργυρά του χέρια.

Και τα χρυσά και τ' αργυρά και τα λευκά κορίτσια,
Λούζονται και στολίζονται και πιάνουν την αγάπη.

Πέντε πηγάδια έχει η καρδιά, τα πέντε στάζουν αίμα
Στάζουνε αηδονολαλιές, κόκκινες μνήμες στάζουν.

Δροσίσου εδώ διαβάτη μου, δροσίσου εδώ καλή μου
Κι από τα ξένα αν έρχεσαι πιάσε γλυκιά κουβέντα.

Στεγνό λαρύγγι των καιρών, καρδιά μου μαραμένη
Εννιά πηγάδια χούφτιασα, αχ πως να ξεδιψάσω;

Φέρτε ποτάμια για να πιω με τ’ ουρανού τις στάμνες
Και ας είναι αν θέλουν κόκκινα ή αργυρά ας είναι.

4. ΑΚΟΥΣ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Ακούς σημαίνουν οι καμπάνες, αχ πως χτυπούν λυπητερά,
Εφτά βουνά μαχαιρωμένα, εννιά ποτάμια φλογερά.

Κάμπους αλυσοδεμένους τους βασανίζει ο βοριάς,
Βόδια ζεμένα μες τη ζεύγλα αλωνίζουν θύελλα.

Ξαπλωμένα κυπαρίσσια πληγωμένη μου καρδιά
Στα λημέρια των ονείρων, στου ήλιου την αγκαλιά.

Δυο πουλιά για μοιρολόι, δυο βουνά για συντροφιά
Ξαπλωμένα κυπαρίσσια ματωμένη μου καρδιά.

Με λιβάνια θυμιατίστε με ηλιοβασίλεμα.
Πάρτε δάδες αναμμένες, με λαμπάδες, με κεριά.

Που είναι η μάνα να σε κλάψει, η δόλια η αδερφή
Οι κραυγές αστροπελέκια, μάτια τ’ ουρανού βροχή.

Πάρτε δάδες αναμμένες βάλτε τ’ ουρανού φωτιά
Καιν τα δάκρυα την ψυχή μας με λαμπάδες με κεριά.

Τα βουνά αστραποβροντούνε μαστιγώνουν θύελλες
Αχολογούνε, θεριεύουν οι ματωμένες καρδιές.

5. ΔΕΣΕ ΚΥΡΑ ΜΟΥ

Δέσε κυρά μου την ομπόλια και βάλε τη στολή σου,
Και βγες να πάμε στο σεργιάνι για μέγα πανηγύρι.

Βάλε σκουλαρίκια αυγερινό και αστέρι δαχτυλίδι,
Και για μαντίλι στο χορό την πρωινή ομίχλη.

Και γέμισε κυρά μου και τη χρυσή ποδιά,
Με του βουνού στολίδια, με αγριολούλουδα.

Δώσε, κυρά μου, δώσε και το χεράκι σου,
Σέρνει αέρα Πωγωνιού το μαντιλάκι σου.

Δώσε μου κυρά μου κι ένα γλυκό φιλί,
Να πνίξουμε τα ντέρτια, να σκάσουν οι καημοί.

Να πιω και να μεθύσω χείλη ροδόσταμο
Και ας κεραυνοβολούνε θύελλα και χορός.

6. ΜΑΥΡΕΣ ΣΚΙΕΣ ΜΕ ΚΥΝΗΓΟΥΝ

Μαύρες σκιές με κυνηγούν, με παίρνουν μαύρες στράτες,
Με δέρνουνε οι λυγερές και όλες οι μαυρομάτες,

Με δέρνουν με γαρύφαλλα, τριαντάφυλλα στο στόμα,
Μου στρώνουν για να κοιμηθώ σε λουλουδένιο στρώμα.

Μου ’κλεψαν το χαμόγελο, τη δροσερή λαλιά μου.
Τον ήλιο της ημέρας μου, το μήλο της μηλιάς μου.

Χάνομε όπως χάνετε της νύχτας το φεγγάρι,
Σε ξένο κόσμο περπατώ σαν άχρηστο κουφάρι.

Στον ύπνο και τον ξύπνο μου ένα όνειρο σμιλεύω,
Μ’ ένα κλωνί βασιλικό με το βοριά παλεύω.

7. ΟΙ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ

Μ’ έκλεισαν έξω απ’ την πατρίδα, μ’ απαγόρεψαν το θεό,
Οι θύελλες με μαστιγώνουν κάτω απ’ τον τρύπιο ουρανό.

Θλίψη και απόγνωση οχιές με καταπνίγουν στο λαιμό,
Με καταδιώκει η σκιά μου με το μαχαίρι στο πλευρό.

Πες μου καρδιά πως ροκανίζεις της προσφυγιάς πικρό ψωμί,
Δίχως πατρίδα και αγάπη σαν λέοντας μες στο κλουβί;

Σκλάβος εχτές, σήμερα δούλος σε μια ανώμαλη τροχιά,
Ο χάρος στο προσκέφαλο μου παραμονεύει πονηρά.

Η κόλαση του πάνω κόσμου μας τυραννά καθημερινά,
Στο πρόσωπο του μετανάστη όλη τη βρώμα του ξερνά.

Στον ξένο κόσμο είμαι ξένος και στο δικό μου ορφανός,
Όλες οι αγάπες προδομένες, όλα τα όνειρα καπνός.

Στα σταυροδρόμια της Ευρώπης ως πότε θα αδικηθώ,
Στην κόλαση, στην εξορία και σταυρωμένος στο σταυρό;

1997

8. ΑΝΟΙΞΕ Η ΡΟΔΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ…

Άνοιξε η ροδιά και πάλι, καλοκαίριασε,
Δίχως το καυτό φιλί σου η μέρα γέρασε.

Δίνεις μια μες τον αέρα, δίνεις δυο και τρεις,
Αν θα ’ρθεις προτού νυχτώσει, βέβαια θα με βρεις,

Αν θα ’ρθεις με το φεγγάρι στα άσπρα θα ντυθώ,
Τρέξε πριν γίνω ροδιά απ’ το μαρασμό.

Πριν με πάρει το σκοτάδι, λαμπάδιασε φως,
Πριν μου μπήξουν το μαχαίρι μισοφέγγαρο.

Φονευμένο θα με θέλεις, θα με κλάψεις ξέρω,
Τον ευγενικό σου θρήνο τότε δεν τον θέλω.

Αχ, ροδιά μου Πωγωνήσια, κόκκινη πληγή
Με ματώνεις, με θεριεύεις, ιερή οργή.

Κράζουν κόκκινες καμπάνες σε συναγερμό,
Καλοκαίριασε ο Μάης μέσα απ’ τον καημό.

9. ΚΑΗΜΕΝΗ ΠΩΓΩΝΗΤΙΣΣΑ

Καημένη Πωγωνήτισσα και μαυρομαντιλούσα
Αν πεις τα ντέρτια στα βουνά στα δάκρυα θα πνιγούνε.

Μαύρη βροχή θα ρίξουνε και κεραυνούς και βράχους,
Θα μαραθεί η βλάστηση και η καρδιά μου η δόλια.

Καημένη Πωγωνήτισσα μάνα μου πικραμένη
Αιώνια σπάζεις τα δεσμά και ξανά σταυρωμένη.

Μέσα στο σκότος το βαθύ, μέσα στη μαύρη νύχτα
Μια ακτίνα γαλανόλευκη τα μάτια σου φιλούσε.

Πας να βογκήξεις δεν μπορείς, βρυχώνται τα βουνά σου
Και σαν λαμπάδα της λαμπρής καίγεται η καρδιά σου.

10. ΜΙΑ ΛΥΓΕΡΗ ΜΕ ΛΑΒΩΣΕ

Ο ήλιος πέφτει στο γιαλό η σελήνη στο ποτάμι,
Κι εγώ ζητώ παράθυρο με ήλιο και φεγγάρι.

Πηγαίνω το γιαλό-γιαλό και τ’ αργυρό ποτάμι
Γιατί με λάβωσαν πικρά σπαθί και γιαταγάνι.

Πηγαίνω την πλαγιά-πλαγιά και τ’ άγριο μονοπάτι
Να βρω κλωνί αμάραντο μάγια για την αγάπη.

Μη ψάχνετε λαβωματιές και μη ζητάτε αίμα,
Με λάβωσε μια λυγερή και μια τριανταφυλλένια.

Δυο φρύδια με λαβώσανε, δυο φράγκικα δοξάρια
Δυο ποταμοί που πνίγουνε άφοβα παλικάρια.

Σε δυο βουνά με ξάπλωσε, τρεις ποταμοί με κλαίνε
Και πέντε άνεμοι τρελοί το όνομά της λένε.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Από την ανέκδοτη συλλογή: «ΠΩΓΩΝΗΣΙΑ»


Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΔΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΓΚΑΘΙΑ

Ο δρόμος με τα ρόδα και τα αγκάθια,
Ο δρόμος με τα ρόδα
Εκεί περνούσαμε τα χαρούμενα βράδια
Στο δρόμο με τα ρόδα.

Εκεί τα τριαντάφυλλα δακρύζουν
Τα πρωινά με χάρη
Εκεί σαν ονειροπόλα μάτια
Γελάει το φεγγάρι.

Γλυκιά δροσιά βυζαίνουν τα λουλούδια
Τα ρόδα που δακρύζουν
Θεού ανάσα θεριεύει τα λουλούδια
Στα μάτια που σπιθίζουν.

Ο δρόμος με τα ρόδα και τα αγκάθια
Ο δρόμος με τα αγκάθια
Μια αύρα πυρπολούσε τα άλικα ρόδα
Πυρπολημένα χάδια.

Πρόσφερε τον ώμο μας πήρε το φεγγάρι
Όμορφο φεγγάρι ροδαλό
Μάτωναν τα αγκάθια, θέριευαν τα ρόδα
Στον πορφυρογέννητο χορό.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Απο τη συλλογή "ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ "

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ




·         Η ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΜΟΥ
ΕΙΧΕ ΩΡΑΙΑ ΜΑΤΙΑ ΓΕΝΝΗΜΕΝΑ ΝΑ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣΟΥΝ 
μόνο τις χαρές τις νιότης και του έρωτα.
 Σε κοίταζε κατάματα κι έτρεμε το φυλλοκάρδι σου.
Ήταν σαν άστρο της αυγής, γλυκό νερό σε καυτό καλοκαιριάτικο μεσημέρι. 
Αυγουστιάτικη πανσέληνος που υποχρέωνε τον κόσμο να νιώθει ερωτευμένος.
Είχε μεγάλα γαλανά μάτια, μαγιάτικος ουρανός που τον είχαν κατακτήσει χίλια πουλιά ονείρων.
Ήταν τρελά ερωτευμένη με το Λόρκα και το Γιεσένιν.
 Περιφρονούσε τον λασπωμένο και ασφυκτικό περίγυρό της. 
Τρελαινόταν επίσης για τα κυκλάμινα, τα περιστέρια και τις ανθισμένες αμυγδαλιές.
Ήταν μαθήτρια μου. Καθόταν στο τρίτο θρανίο και γέμιζε όλα τα θρανία της τάξης. 
Όταν απουσίαζε εκείνη, ήταν απόν όλη η τάξη. 
Έλειπαν τα γκου-γκου των περιστεριών κάτω από τη στέγη του σχολείου, εξαφανίζονταν οι παράξενοι αυγερινοί των κυκλάμινων.
Έβλεπα πότε-πότε να βουρκώνει ο ουρανός των ματιών της, τα κυκλάμινα να χάνουν το χρώμα τους και ο αιθέρας να χάνει τα λευκά φτερουγίσματα των περιστεριών.
Κάποια κλαψιάρα μέρα του Οκτώβρη δεν ήρθε πια στην τάξη. 
Η τάξη ερήμωσε. Δεν είχε πια χαρούμενα μάτια να με αντικρίσουν, δεν είχα πια γλώσσα να μιλήσω.
 Έμαθα πως την πάντρεψαν με συνοικέσιο, χωρίς τη συγκατάθεσή της, χωρίς καμιά διαπραγμάτευση για τη σύναψη του γάμου. 
Την πούλησαν σαν πρόβατο.
Την τελευταία φορά που την συνάντησα διέκρινα ένα παγόβουνο μέσα στα μάτια της. Ένα σύννεφο λύπης είχε γαντζωθεί πάνω της, είχε κατακτήσει τον κόσμο της. 
Με κοίταξε με σουβλερό βλέμμα σαν να ήμουν συνωμότης στην πλεκτάνη, κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε.
Το μπαούλο της προίκας της έγινε το κιβούρι των ονείρων της. 
 Εκεί μέσα είχε σαβανώσει το Λόρκα και το Γεσένιν, τους αυγερινούς των κυκλάμινων και τις τρελές αμυγδαλές που είχαν τολμήσει ν’ ανθίσουν πρόωρα.
Πήρε τα βουρκωμένα της μάτια κι έφυγε, της έριξαν τα δεσμά του γάμου και την φυλάκισαν στον πύργο της ματαιότητας.
Είχε μεγάλα μάτια πιστά στην αισιοδοξία του γαλάζιου, γεννημένα να φιλοξενήσουν όλες τις χαρές του κόσμου και ήταν λυπημένα. 
Την άφησα να φύγει μ’ ένα κιβούρι φορτωμένο πάνω στους λιγνούς της ώμους, μη τολμώντας να ρίξω ούτε ένα βήμα να της δώσω ένα χέρι βοήθειας να δραπετεύσει στον κόσμο της ελευθερίας που τόσο πολύ λάτρευε και ονειρευόταν. 
Είχε ωραία μάτια, γεννημένα να φιλοξενήσουν τις χαρές και τις αγάπες όλου του κόσμου και ήταν κενά, μια χαράδρα άβυσσος. Κενοτάφιο ονείρων. 
Δεκέμβριος 2004 ( AΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ : Οι Εχθροί του Ανθρώπου

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΟΙ ΝΕΚΡΕΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΕΣ

Άνοιξε τη φωλίτσα της απαλάμης και πέταξε το πρώτο ξανθό περιστέρι πέταξαν οι πελειάδες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Όλα τα μάτια παρακολουθούσαν τα καμπυλωτά τους πετάγματα
πέταξαν οι ιερές περιστέρες και δε βρήκαν το δρόμο της επιστροφής.

Στυλωμένα τα μάτια, στυλωμένα τ’ αυτιά
σταματημένες καρδιές στην αναμονή της επιστροφής
των περιστεριών, σταματημένα τα ρολόγια του ήλιου
στη ματωμένη απόγνωση και η μαντική δρυς του Δία κατακεραυνωμένη,
ούτε το κουφάρι της δεν υπάρχει πια

Εκεί, στο Μαντείο της Δωδώνης
πετρωμένος σαν μαρμάρινη στήλη
περιμένει ο πολυμήχανος Οδυσσέας το χρησμό
για την επιστροφή του στην Ιθάκη

Με το καμπυλόγραμμο πέταγμα του περιστεριού
με καψαλισμένα φτερά από τις φλόγες της Τροίας ο Αινείας παίρνει το δρόμο να ξεμπλέξει τα νήματα της μοίρας

Οι κύκλοι του χρόνου ανακατεύτηκαν, χάθηκαν

Δεν υπάρχουν θροΐσματα, όλα τα δέντρα έπεσαν μαχόμενα ηρωικά
στα κατώφλια άγριων εποχών
χάθηκαν και τα ίχνη του μάντη Ελλού από τα γυμνά του πόδια, τα σκέπασαν τα πεσμένα φύλλα, τα εξαφάνισαν το αίμα και οι νεροποντές.

Ο ουρανός έγινε μολυβένιος
αστράφτει, βροντάει και κατακεραυνώνει
με τα μαλαματένια μαστίγια του οργισμένου Δία

Όλη τη νύχτα η νεροποντή έπνιξε τον κόσμο και το πρωί ο χείμαρρος πλημμύριζε
με νεκρά περιστέρια.

Ουδέν ιερά Φηγό, ουδέν περιστέρες, ουδέν χρησμοί. Ο κόσμος σέρνεται με ραβδί τυφλού.

Δεκέμβριος 2011

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Από την ανέκδοτη συλλογή «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | 100 Web Hosting