Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΗΣ 1964

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 1964.—Νέο μεγάλο κύμα διωγμών,τρομοκρατίας και απελάσεων Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα τον ξεριζωμό τους από τα σπίτια και την περιουσία τους.
Με το μαχαίρι στο λαιμό χιλιάδες Ελληνες της Πόλης διώχνονταν έχοντας περιθώριο λίγες μόνο ώρες και με δικαίωμα να πάρουν μαζί τους μόνο πράγματα βάρους 25 κιλών και λίρες αξίας το μέγιστο 30 δολαρίων..
Η Άγκυρα μονομερώς αναίρεσε [ἀπίστευτο!]την συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ Βενιζέλου και Ατατούρκ για την αυτόματη ανανέωση παραμονής Ελληνικών διαβατηρίων, με σκοπό πολιτικές πιέσεις για την Κύπρο.
Αντίο αγαπημένη μου Κωνσταντινούπολη…

1964 – Ένας ακόμα διωγμός του Ελληνισμού
του Λεωνίδα Κουμάκη
Η τελευταία πράξη του τουρκικού σχεδίου για τον πλήρη αφελληνισμό της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν το 1964, σε πλήρη εξέλιξη. Εκοντάδες Ελληνικά σπίτια βρισκόταν στην αναστάτωση της διάλυσης.
Είχαν μείνει μόλις 24 ώρες για την αναχώρησή μας για την Αθήνα. Ο καθ' ένας μας ζούσε στον κόσμο του. Εγώ ένοιωθα ένα απροσδιόριστο μούδιασμα και μια έλλειψη οποιασδήποτε ζωντάνιας. Ήθελα πριν φύγουμε να κάνω ένα τελευταίο προσκύνημα στους τόπους που γεννήθηκα και έζησα τα πιο χαρούμενα χρόνια της ζωής μου...
 Την παραμονή της αναχώρησής μας, πήγα πρώτα στην πρώτη γειτονιά που ζήσαμε τα Σεπτεμβριανά (διωγμός 1955). Στάθηκα μπροστά στο σπίτι που μέναμε κάποτε κοιτάζοντας τη μεγάλη σιδερένια του πόρτα. Θυμάμαι που λέγαμε τότε πως το υπόγειό του ήταν στοιχειωμένο. Πόσες ιστορίες δεν κυκλοφορούσαν για την Κυρία Βάσω, που καθόταν στον πρώτο όροφο και που έλεγε πως ένοιωθε στον ύπνο της μετά τα μεσάνυχτα, κάποιο χέρι να της τραβάει το πόδι. Λέγανε πως ήταν το πνεύμα του σπιτιού που έβγαινε απ' το πηγάδι που υπήρχε στο υπόγειο. Όλοι φοβόμασταν να κατεβούμε σ' εκείνο το υπόγειο κι εγώ τουλάχιστον δεν θυμάμαι ποτέ ούτε να το πλησίασα.
Τρία τετράγωνα πίσω απ' το σπίτι ήταν το πρώτο μου σχολειό. Το Δημοτικό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Πέρασα την αυλόπορτα που την αποτελούσαν μεγάλες σιδερένιες βέργες. Μπήκα στον αυλόγυρο της Εκκλησίας. Τα περισσότερα τζάμια της Εκκλησίας ήταν σπασμένα και στη θέση τους υπήρχαν σκληρά χαρτόνια. Η αιτία ήταν ότι μόλις έμπαιναν καινούργια τζάμια στην Εκκλησία, οι Τούρκοι πετούσαν απ' το δρόμο πέτρες και τα έσπαζαν. Αυτό επαναλήφτηκε πολλές φορές και έτσι ο παπάς που έμενε και στην Εκκλησία είχε αποφασίσει να μην ξαναβάλει τζάμια και να καλύψει το κενό με σκληρά χαρτιά. Έκανα σιγά-σιγά το γύρο του αυλόγυρου μέχρι να φτάσω στο Δημοτικό σχολείο, που βρισκόταν πίσω απ' την Εκκλησία. Αυθόρμητα, ήρθαν στο μυαλό μου οι χαρούμενες στιγμές που έζησα εκεί μέσα. Σταμάτησα και κοίταξα για τελευταία φορά τον τόσο αγαπημένο και γνώριμο χώρο. Βγήκα στο δρόμο κι ανηφόρησα προς το Πέρα. Αριστερά το σπίτι της θείας Δέσποινας και του θείου Νίκου, του αδελφού του πατέρα μου. Πέρασα απ' το Ταρλά-Μπασί, το μέρος απ' το οποίο σε λίγες ώρες θα εγκαταλείπαμε την Κωνσταντινούπολη. Έφθασα στο Πέρα και πήρα το στενό δρομάκι που οδηγεί στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο και το Ελληνικό Προξενείο. Σταμάτησα μπροστά στο επιβλητικό κτίριο του Ζωγράφειου. Ένα δέος ανάμεικτο με λύπη κυρίευσε την ψυχή μου. Ήθελα να μπω μέσα να ζήσω την ατμόσφαιρά του για μια ακόμα φορά. Χτύπησα διστακτικά την πόρτα. Μπήκα μέσα και με φωνή που έτρεμε λίγο, είπα:
- Αύριο φεύγουμε για πάντα από την Κωνσταντινούπολη και θα ήθελα να αποχαιρετήσω το δάσκαλό μου.
Κοίταζα τις δύο επιβλητικές πλευρές με τις μαρμάρινες σκάλες που οδηγούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας. Πρώτα χτύπησα την πόρτα του γραφείου του Διευθυντή του Σχολείου μας αλλά, παρά την επιμονή μου, δεν πήρα απάντηση. Μετά πήγα στο γραφείο του δασκάλου μου του κυρίου Αποστόλου.
- Φεύγουμε και μεις και ήλθα να σας αποχαιρετήσω, του είπα. Θα ήθελα να αποχαιρετήσω και τον Διευθυντή μας τον κ. Φραγκόπουλο αλλά δεν είναι εδώ!
Σηκώθηκε και περπατώντας σιγά-σιγά γιατί ήτανε κουτσός, με πλησίασε και με αγκάλιασε:
- Να πας στο καλό παιδί μου. Να είσαι το ίδιο μελετηρός και καλός μαθητής όπως ήσουνα εδώ και θα προοδεύσεις στη ζωή σου. Εύχομαι σε σένα και στην οικογένειά σου καλή τύχη.
Είχα δακρύσει. Βγαίνοντας το μάτι μου έπιασε την Τουρκάλα υποδιευθύντρια που την αποκαλούσαμε «φίδι». Έκανα πως δεν την είδα γιατί δεν είχα καμιά διάθεση να δω την ικανοποίησή της που επιτέλους οι άπιστοι ξηλωνότανε ένας-ένας. Ανέβηκα σιγά-σιγά στον πρώτο όροφο όπου βρισκότανε η τάξη μου. Έριξα μια τελευταία ματιά και έφυγα.
Περπάτησα προς το Ίζιχανγκίρ. Πέρασα μπροστά απ' το Ζάππειο που φοίτησε η αδελφή μου κι έφθασα μπροστά στο μαγαζί του πατέρα μου. Κοίταξα μελαγχολικά τον καινούργιο ιδιοκτήτη που ήταν μέσα. Πόσες και πόσες βραδιές δεν έκανα συντροφιά στον πατέρα μου, ενώ μαστόρευε κάτι, μέσα σ' αυτό το μαγαζί; Μπήκα στο κουρείο που ήταν απέναντι απ' το μαγαζί του πατέρα μου. Ο κουρέας, ένας Αρμένης που μας αγαπούσε όλους πάρα πολύ, με κοίταξε έκπληκτος.
- Φεύγουμε αύριο, του είπα, και ήρθα να σας αποχαιρετήσω.
Τα μάτια του δάκρυσαν. Χωρίς να βγάλει λέξη, πλησίασε με αγκάλιασε σφικτά και με κτύπησε στην πλάτη.
- Να δώσεις χαιρετισμούς στον πατέρα σου. Να 'χετε καλό ταξίδι και καλή τύχη. Ο Θεός είναι για όλους και είναι μεγάλος.
Γύρισα στο σπίτι αμίλητος. Η μητέρα μου ετοίμαζε τα τελευταία πράγματα που θα παίρναμε μαζί μας. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο από φίλους και γνωστούς που πηγαινοερχόταν να μας αποχαιρετήσουν. Και φυσικά ο θυρωρός της πλαϊνής πολυκατοικίας:
- Αύριο, επιτέλους θα φύγετε; θέλω να μου παραδώσετε όλα τα κλειδιά που έχετε. Εγώ είμαι ο καινούργιος νοικοκύρης του σπιτιού αυτού.
Την άλλη μέρα το πρωί, 14 Σεπτεμβρίου 1964, σηκωθήκαμε νωρίς. Μαζέψαμε τα πράγματα που θα παίρναμε μαζί μας, κλείσαμε το σπίτι και παραδώσαμε τα κλειδιά του στον «καινούργιο» ιδιοκτήτη. Φεύγοντας έριξα μια τελευταία ματιά. Ο κύριος Κλεόπας ήτανε στη θέση του και κουνούσε το χέρι του. Μου φάνηκε πως έκλαιγε. Η καρδιά μου είχε ένα ανεξήγητο σφίξιμο. Φθάσαμε στο Ταρλά-Μπασί. Το πούλμαν που μας μετέφερε ήταν υπερπλήρες. Οι διωγμοί και οι απελάσεις είχαν πυκνώσει τα δρομολόγια για την Αθήνα αλλά και πάλι δεν έφθαναν. Τριπλάσιος κόσμος, απ' αυτούς που ταξίδευαν, ήταν γύρω-γύρω στο πούλμαν για ν' αποχαιρετήσουν γνωστούς και φίλους. Και σε μας είχαν έρθει πολλοί. Πάρα πολλοί. Δεν προλαβαίναμε ν' αποχαιρετάμε κόσμο. Όταν ξεκίνησε το πούλμαν ένα δάσος από χέρια και μαντίλια κουνούσανε πίσω μας. Ήμασταν όλοι συγκινημένοι. Γύρω μας η Πόλη γλιστρούσε κι έφευγε σαν το νερό μέσα απ' τη χούφτα μας. Τα σπίτια κι οι γνώριμοι δρόμοι χάνονταν απ' τα μάτια μας. Στο νου μου έρχονταν εικόνες απ' τις χαρούμενες στιγμές που είχαμε ζήσει. Έβλεπα τον τεράστιο κήπο της θείας Όλγας στο Επταπύργιο (Γεντί Κουλέ) κι απ' το μυαλό μου περνούσαν οι εικόνες των παιδικών μου φίλων: Ο Μάκης, η Ρένα, το Σουκάκι, ο Βαγγέλης, η Ευταλία, η Πιτσού. Οι χαρούμενες σκηνές στον αυλόγηρο του Δημοτικού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Οι στιγμές που ψαρεύαμε στα παράλια του Βοσπόρου παρέα με τους γονείς της Ευταλίας, την Αννα και τον Κυριάκο και τα πειράγματα όταν γυρνούσαμε με άδεια χέρια. Η μαγική εικόνα των λουλουδιών στον τεράστιο κήπο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, όπου ήταν αρχιμάγειρας ο θείος μου ο Κώστας. Η όμορφη παραλία στα Φλώρια που με πήγαιναν καμιά φορά η Μαρίκα κι ο Σωτήρης, γείτονες που μ' αγαπούσαν σαν παιδί τους μια και δεν αξιώθηκαν να γευτούν τη χαρά ενός δικού τους παιδιού. Το τεράστιο διαμέρισμα των γονιών του Μάκη, στο Τζιχανγκίρ, όπου στήναμε μια μεγάλη ελικοειδή γραμμή και βάζαμε ένα τραίνο που κινείτο με ηλεκτρισμό. Ήταν το πιο αγαπημένο μας παιχνίδι. Ώρες ολόκληρες περνούσαμε κοντά του. Στο νου μου ερχόταν ακόμα οι όμορφες εκδρομές που κάναμε στα Πριγκηπονήσια. Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκηπος. Καθ' ένα με τη δική του ομορφιά. Το σπίτι της Ντόρας και του άντρα της, του καπετάνιου που κάθε φορά που έφευγε ταξίδι μου έδινε την υπόσχεση ότι γυρνώντας θα μου φέρει ένα μικρό τίγρη. Με πόση λαχτάρα τον περίμενα να γυρίσει και να εκπληρώσει την υπόσχεση του! Όλα περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου. Αντίο αγαπημένα μου μέρη, αντίο αγαπημένοι μου φίλοι, αντίο αγαπημένη μου Κωνσταντινούπολη!
Μια έντονη μελαγχολία έριχνε τα πρώτα σπέρματα της νοσταλγίας πριν καλά-καλά φτάσουμε στον προορισμό μας. Τοπία και εικόνες εναλλασσόταν συνέχεια μπρος στα μάτια μας μέχρι που σε λίγες ώρες φτάσαμε στα Ελληνοτουρκικά σύνορα. Οι Τούρκοι ήταν πανέτοιμοι να μας «αποχαιρετίσουν» με το δικό τους τρόπο. Το πούλμαν σταμάτησε σ' ένα μεγάλο χώρο μπροστά σ' ένα μακρόστενο οίκημα που ήταν το Τελωνείο. Όλοι οι επιβάτες κατέβηκαν και μας είπαν να μαζέψουμε τα πράγματα μας και να τα έχουμε μαζί μας. Σιγά-σιγά σχηματίστηκε μία ουρά μπροστά στην είσοδο του Τελωνείου. Όλοι κρατούσαν στα χέρια τους ό,τι έφερναν μαζί τους. Μετά από μία ώρα περίπου αναμονής ένας Τούρκος τελωνειακός μπήκε στο πούλμαν και έκανε έλεγχο μήπως είχε μείνει τίποτα μέσα. Αμέσως μετά το πούλμαν, μετακινήθηκε από την πίσω πλευρά του Τελωνείου. Και τότε άρχισε το τελευταίο πλιάτσικο που ήταν κι αυτό μεθοδευμένο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Όταν επί τέλους, τρεις και πλέον ώρες μετά την άφιξή μας στα Ελληνοτουρκικά σύνορα ήλθε η σειρά μας, μπήκαμε στο μακρόστενο οίκημα του Τελωνείου. Όλα τα πράγματα που είχαμε μαζί μας περάσανε από εξονυχιστικό έλεγχο. Και αρκετά από αυτά κρατηθήκανε στο Τουρκικό Τελωνείο γιατί, κατά την κρίση του Τελώνη, «απαγορευόταν» να τα πάρουμε μαζί μας στην Ελλάδα.
Η στεναχώρια μου ήταν απερίγραπτη όταν μέσα στα πράγματα μας ανεκάλυψαν ένα μικρό χειροποίητο χαλάκι, με κεντημένη μια άσπρη γάτα Αγκύρας, με τέτοια τέχνη, ώστε νόμιζες πως θα μιλούσε. Ήμουν, φαίνεται, τόσο εκφραστικός στην απογοήτευσή μου ώστε η μητέρα μου τόλμησε να μιλήσει, με τα σπαστά Τουρκικά της:
- Κύριε Τελώνη, αυτό το χαλάκι δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία για να μας το κρατήσετε! του είπε. Για τα παιδιά όμως έχει μια πολύ μεγάλη συναισθηματική αξία γιατί μεγάλωσαν μ' αυτό το χαλάκι. Είναι δώρο της γιαγιάς τους που έχει πεθάνει!
Ο Τελώνης σήκωσε το βλέμμα του ενοχλημένος:
- Μην μιλάτε πολλά-πολλά γιατί θα μείνουν εδώ κι αυτά που σας επιτρέπουμε να πάρετε μαζί σας! έσκουξε.
Βουβαθήκαμε και αλληλοκοιταχτήκαμε μεταξύ μας χωρίς να ξαναμιλήσει κανείς. Ήμουνα έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Κρατήθηκα γιατί ήξερα πως δεν έπρεπε να το κάνω. Μετά τον έλεγχο αυτό ακολουθούσε ο σωματικός έλεγχος. Ένας-ένας περίμενε στην ουρά και περνούσε από σωματικό έλεγχο. Η Τουρκία είχε εκδώσει ένα ειδικό νόμο «για τις συγκεκριμένες ανάγκες», απαγορεύοντας σε όποιον έφευγε, να μεταφέρει μαζί του χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από 100 Τουρκικές Λίρες. Το ποσό ήταν εξευτελιστικό, αλλά αν κάποιος, κατά τη διάρκεια του σωματικού ελέγχου, συλλαμβανόταν να έχει κρυμμένο επάνω του ποσό μεγαλύτερο από 100 Τουρκικές Λίρες, παραπεμπόταν αμέσως σε δικαστήριο. Μετά την βέβαιη καταδίκη του, εκτός βέβαια από την κατάσχεση των πάντων που είχε μαζί του, τραβούσε τα πάνδεινα κυρίως για να παραδειγματιστούν όσοι επρόκειτο να φύγουν και να εγκαταλείψουν ότι είχαν και δεν είχαν, χωρίς καμιά αντίδραση, στους Τούρκους.
Όταν ήλθε η σειρά μου να περάσω από σωματικό έλεγχο, μου ζήτησαν να βγάλω τα παπούτσια μου που είχαν χοντρούς πάτους. Πάρα λίγο να τα αχρηστέψουν από το ξήλωμα που τα έκαναν. Μετά ερεύνησαν τις τσέπες μου και μ' άφησαν να περιμένω να τελειώσουν κι οι άλλοι. Της μητέρας μου έσκισαν ένα πάνινο φυλακτό γιατί υποψιάστηκαν μήπως έκρυβε καμιά χρυσή λίρα.
Είχαν συμπληρωθεί πέντε ώρες όταν ολοκληρώθηκαν οι έλεγχοι και ξαναμπήκαμε στο πούλμαν. Σε λίγο, περάσαμε στην Ελλάδα και το πούλμαν σταμάτησε. Εκεί αντίκρισα ένα θέαμα που δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ο κόσμος ξεχύθηκε από το πούλμαν και γονατίζοντας φιλούσε την Ελληνική γη! Δάκρυα που δεν καταλάβαινα αν προερχόταν από χαρά ή από λύπη ήταν στα μάτια όλων. Μείναμε λίγη ώρα στο Ελληνικό φυλάκιο και μετά το ταξίδι μας συνεχίστηκε χωρίς διακοπή. Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Καβάλα, Θεσσαλονίκη. Με μικρές στάσεις, χωρίς διανυκτέρευση, πλησιάζαμε στον τελικό μας προορισμό. Λάρισα, Λαμία, Θήβα και κατά το απόγευμα, στις 15 Σεπτεμβρίου 1964, φθάσαμε στην Πλατεία Βάθης, στην Αθήνα. Συνειδητοποίησα ότι πράγματι φτάσαμε από τον θόρυβο και τις φωνές των επιβατών που είχαν πεταχτεί όρθιοι. Παρακολουθούσα γύρω-γύρω με ανάμεικτα συναισθήματα. Σε λίγα λεπτά το πούλμαν είχε αδειάσει. Σηκώθηκα αργά-αργά και πλησίασα κι εγώ την έξοδο. Είδα τη μητέρα μου και την αδελφή μου βουτηγμένες στην αγκαλιά του πατέρα μου (είχε απελαθεί πρωτύτερα) που με έψαχνε με το βλέμμα του. Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του πούλμαν. Μόλις πάτησα στο πεζοδρόμιο δύο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου.
Σε λίγες ώρες μια καινούργια μέρα θα άρχιζε και μαζί της μια καινούργια ζωή.
(Από το βιβλίο: «ΤΟ ΘΑΥΜΑ – Μια πραγματική ιστορία» του Λεωνίδα Κουμάκη)

 ΠΗΓΕΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ   
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ !!!!!



ΣΤΙΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1843 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ —Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιστρέψας από τον βασιλικόν χορόν εις την οικίαν του, 4-2- αποθνήσκει περί την 4ην πρωϊνήν από κεραυνοβόλον αποπληξίαν, εις ηλικίαν 73 ετών. Κατά την κηδείαν του Γέρου του Μοριά, συνεκεντρώθησαν πέριξ του φερέτρου του, οι επιφανέστεροι εκ των ηρώων του Αγώνος και πολιτικών της εποχής. Τον επιτάφιον εξεφώνησεν ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος, όστις είπε μεταξύ άλλων : << Ανήρ μέγας ετελεύτησε και ο προσκληθείς να πλέξη τον επιτάφιον στέφανον αυτού ανάγκη να περιλάβη ολόκληρον τον μεγάλον ελληνικόν αγώνα >>.


Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014


Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ. ΛΟΓΙΑ ΗΡΩΩΝ !!!

kolokotronis


Αφιερωμένο στα Τουρκοκάναλα Ant1 και Mega και στους τουρκολάγνους που τα υπηρετούν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα, στις 13 / 11 / 1838, της εφημερίδας “Αιών” αναφέρεται ότι ο Κολοκοτρώνης όταν επισκέφτηκε στις 7 Οκτωβρίου το Α΄Γυμνάσιο Αθηνών και αφού άκουσε για μιάμιση ώρα το γυμνασιάρχη Γεννάδιο και αφού ενθουσιάστηκε από την ομιλία του προς τους μαθητές, ζήτησε να απευθύνει λόγο και ο ίδιος προς αυτούς.
Ο γυμνασιάρχης ενθουσιάστηκε με την ιδέα και όρισε την επόμενη μέρα και ώρα 10 την ομιλία του Κολοκοτρώνη προς τους μαθητές αλλά επειδή ο χώρος ήταν μικρός επιλέχτηκε ως τόπος εκφώνησης η Πνύκα, ως πιο ευρύχωρο μέρος αλλά και ιστορικότερο αφού ως γνωστό εκεί έβγαζαν τους λόγους τους προς τους Αθηναίους πολίτες, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Λέγεται ότι επειδή οι μαθητές διέδωσαν την είδηση προς τους πολίτες της Αθήνας βρέθηκε πλήθος κόσμου στην Πνύκα από διάφορα επαγγέλματα και κοινωνικές τάξεις.
Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν περιτριγυρισμένος από όλο αυτό το πλήθος έβγαλε τον ακόλουθο λόγο που πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Αιών”
Εφημερίς “Ο Αιών”, 13 Νοεμβρίου 1838
Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα• διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε
άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, “μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε”. Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας καλό.
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ
συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να
ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να
έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
8 Οκτωβρίου 1838

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΣ ..... ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ



Oταν μία μέρα έλυνα ενα σταυρόλεξο συνάντησα την ερώτηση " πτώση των αξιών ; " , δυσκολευτηκα να την βρώ την λέξη , αλλά τελικά βρέθηκε απο τις υπόλοιπες λέξεις
" ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΣ " .
Μέχρι εκείνη την ημέρα δεν την γνώριζα την λέξη , ούτε την είχα ακούσει .
Δεν ήξερα την λέξη , αλλά ζούσα και ζώ στην "ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ " , κάθε μέρα , κάθε ώρα
και κάθε λεπτό .
Οποιός σήμερα πιστεύει σε αρχές και αξίες θεωρείται , αν μη τι άλλο , " γραφικός " .
Την ιστορία μας προσπαθούν να την " αλλάξουν " για να είμαστε αγαπημένοι με τους γείτονες.
 Το θέμα των " ΑΞΙΩΝ " και των συνθηκών που επικρατούσαν , μερικα χρόνια πριν
μας αναλύει ο Φ.Κρανιδιώτης σε άρθρο του με τον τίτλο :

<< ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ >>

Του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη

Οι δημόσιοι χώροι αντανακλούν το δημόσιο ήθος. Οι λεηλατημένες πλατείες με τα σπασμένα παγκάκια, τα ρημαγμένα συντριβάνια, τα σκουπίδια στις νησίδες και στα παρτέρια, η «τέχνη» των γκράφιτι στους τοίχους, τα βανδαλισμένα αγάλματα των ηρώων μας, είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας που έχτισαν σχεδόν 40 χρόνια μαϊμού «αριστεροφροσύνης».
Το «Τουβλοποιείον η Αννούλα», που παριστάνει την Παιδεία, Δια Βίου Μάθηση και Δυο Αυγά Τουρκίας πλησιάζει στο απόγειο της απόδοσης. Πλέον με 6 μπαίνεις στα ΤΕΙ και με 8 σε ΑΕΙ. Κάτω από την βάση εννοείται. Μπορεί να είσαι “δυσλεκτικός” μαλάκας, να μην μπορείς να βρεις την πόλη σου στο χάρτη, να έχεις εθνική συνείδηση μετέωρου μπαμπουΐνου αλλά, όσο κι αστροπέλεκας να ‘σαι, το «Τουβλοποιείον η Αννούλα» θα σε στοιβάξει σε κάποια ανώτατη σχολή.
Δεν φταίει βέβαια μόνον η Αννούλα. Πήρε δεκαετίες ο άθλος του αφελληνισμού, της ασυδοσίας, της κατάλυσης κάθε έννοιας πειθαρχίας και ελέγχου.
Δεν πήγα ποτέ σε σχολείο που να ‘χε κεντρική θέρμανση. 6ο Δημοτικό Κορυδαλλού, Γυμνάσιο Αρρένων και 1ο Λύκειο Κορυδαλλού, μια ζωή το «δαγκώναμε». Οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές μας ήταν κακά αμειβόμενοι και δίδασκαν σε γκρίζα κτίρια, με ανύπαρκτες υποδομές και μικρά τσιμεντένια προαύλια. Στο δε Γυμνάσιο ήμασταν 40 ματσουλαραίοι σε κάθε τμήμα. Πάντως μάθαμε ελληνικά της προκοπής, γεωγραφία, Ιστορία, στοιχειώδη μαθηματικά. Πήραμε μια ιδέα από τον Ελληνικό Τρόπο, μάθαμε πέντε πράγματα για την χώρα μας, τον Λαό μας, την Ιστορία του και για τις άλλες χώρες και τους άλλους λαούς. Μάθαμε το βασικό εργαλείο του πολιτισμού, της δημοκρατίας, της ελευθερίας: την ελληνική γλώσσα και πάνω απ’ όλα μάθαμε το αυτονόητο: ν’ αγαπάμε την ΠΑΤΡΙΔΑ . Γιατί άραγε;
Γιατί υπήρχε στοιχειώδες σύστημα ελέγχου κι αξιολόγησης. Οι διδάσκοντες έτρεμαν τον Επιθεωρητή και την έκθεση του. Θεωρήθηκε «αυταρχικό» σύστημα κι αφού τον βάφτισαν «σύμβουλο» νομίζω, μετά τον εξέλεγαν, όπως και τους Διευθυντές, και στο τέλος τον κατήργησαν κι ησύχασαν. Σήμερα λοιπόν κανείς δεν ελέγχει κανέναν, κανείς δεν αξιολογεί κανέναν. Μπορείς να παράγεις στρατιές από αναλφάβητους, που η κατάργηση της βάσης θα τους επιτρέψει να γίνουν και …φοιτητές και κανείς δεν θα σου πει τίποτε.
Οι ωρυόμενοι για τα φράγκα συνδικάλες δεν αισθάνονται την ελάχιστη ντροπή για την κατάντια της αφελληνισμένης αναλφάβητης παιδείας που δίνουν στα παιδιά των Ελλήνων. Οι αριστεριστές κι οι ρηγάδες που κοροϊδεύαμε στα αμφιθέατρα κατά κύματα αποφοίτησαν και διορίστηκαν. Φτυαρίζουν άμμο στο Τουβλοποιείο. Σίγουρα υπάρχουν κι εξαιρέσεις, ωραίοι Έλληνες που ‘χουν το χάρισμα του Δάσκαλου στο αίμα τους. Θυμάμαι τον φιλόλογο Στεφανίδη στον Κορυδαλλό, τον μαγικό Ανδρέα Μπελεζίνη, αυτός βέβαια φροντιστής, που χάραξε τις ψυχές στρατιών και γενεών αποφοίτων του Κλασσικού.
Οι πολλοί όμως; Που είναι οι διαμαρτυρίες τους για τον αφελληνισμό της Παιδείας, για την στροφή στις «δεξιότητες»; Τι πάει να πει αυτή η μαλακία; Αδειάζουν στην κοινωνία μουνουχισμένα ανδράποδα, έτοιμα για την πρέζα και την εκμετάλλευση και κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια.
Μην μου πείτε για τις αμοιβές τους.
Ο Γεώργιος Ζωγράφος, ο αυστηρός Πατριώτης και Δημοκράτης δάσκαλος μου στην 5η και 6η δημοτικού, που του χρωστάμε όλοι και όλες που περάσαμε από τα χέρια του ισόβια ευγνωμοσύνη, έπαιρνε τρεις κι εξήντα αλλά όχι μόνο έβγαλε καλούς Έλληνες αλλά είχε αξιοπρέπεια για να δώσει και ρέστα σε άλλους. Γεια σου Κύριε, όπου και να ΄σαι. Θα ΄πρεπε οι παλιοί σου μαθητές να σε πάρουμε μια τιμητική βόλτα στους ώμους και να γκρεμίσουμε το τείχος της καφροσύνης τους για να διαβείς. Να φορέσεις εκείνο το γκρι σακκάκι σου με τα πετσιά στους αγκώνες και να μας πεις πάλι για τον Ηρωϊκό Τρόπο και την Φιλοτιμία, να τα πεις και σ’ αυτά τα βώδια με το βρώμικο μάτι, που θέλουν λέει ν’ αντιγράψουν τώρα το μοντέλο της …Πορτογαλίας. Θου κύριε…
Το θέμα είναι απλό, αδέρφια.
 Σύστημα που ανταμείβει τους κακούς και τιμωρεί τους καλούς, σύστημα όπου κανείς δεν ελέγχει και δεν αξιολογεί κανέναν, σύστημα που δεν εμποτίζει την νεολαία με Γνώσεις και δεν της δίνει εθνικό μπούσουλα κι Ιδεολογία, παράγει βάνδαλους, αφασιακούς αναλφάβητους, «επιστήμονες» του 8 κάτω από τη βάση, που θα μπουν και θα βγουν στα Πανεπιστήμια της αριστερίστικης Χούντας, του νεποτισμού και της μικροκομματικής συναλλαγής, του «ασύλου» για κάθε φασιστοειδές κι εγκληματία.
«Απαγορεύεται το πτύειν» έγραφε κάποτε μέσα στα αστικά λεωφορεία και στα καφενεία. Όσοι περάσαμε τα 40 το θυμόμαστε. Ναι, οι Έλληνες κάποτε έφτυναν στο δάπεδο των λεωφορείων και στο πάτωμα των καφενείων. Σιγά – σιγά το κόψανε. Σήμερα η «παιδεία» της ανακυκλωμένης αριστεροφροσύνης τους μαθαίνει να φτύνουν τα ίδια τους τα μούτρα, τους τάφους των προγόνων τους, όταν δεν κυνηγά την Χαρά Νικοπούλου και δεν κάνει πλάτες στους θηλυκούς αγκιτάτορες των Σκοπιανών παλαιοναζί και των τούρκων ισλαμοφασιστών.
Νομίζετε τυχαία έφυγε το «Εθνικής»;

This entry was posted in Επισημαίνουμε, Πρώτη Σελίδα. Bookmark the permalink.


Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Οδός Πανεπιστημίου

       Μια φορά και έναν καιρό ένα ηλιόλουστο πρωινό όλη η οικογένεια κατέβηκε από τη συγκοινωνία και άρχισε να περπατά στον όμορφο πεζόδρομο.Ήταν η ημέρα της "πόλης" όπως έλεγαν τον περίπατο στο υπέροχο σημείο της πόλεώς τους με τα εξαιρετικά κτίρια,ιστορικά ,αλλά και εκείνα τα νεώτερα που θα τους ψυχαγωγούσαν καθώς και θα τους έκαναν καταναλωτές.
Έτσι θα μπορούσε να αρχίζει ένα όμορφο παραμύθι αλλά θα μπορούσαν να αφορούσαν κάποιους ανθρώπους όπου το Κράτος και η Πολιτεία τους τους έχει λύσει τα βιοποριστικά τους θέματα και γνωρίζουν τι σημαίνει αξιοπρέπεια.Εκεί όπου το Κράτος τους παρέχει ΠΑΙΔΕΙΑ και τους έχει μορφώσει για να είναι χρήσιμοι στον εαυτό τους και στο γενικό σύνολο!
Εκεί όπου το Κράτος τηρεί τους Νόμους Του και οι λειτουργοί του δεν εξαγοράζονται. Εκεί όπου το  πολίτευμά τους είναι η Δημοκρατία η οποία εφαρμόζεται χωρίς να επαφίεται ΜΟΝΟΝ στη συνείδηση του Πολίτη η τήρησή Της.
Έτσι λοιπόν αυτοί οι πολίτες έχοντας λύσει υπαρξιακά και θεσμικά ζητήματα μπορούν και ψυχαγωγούνται σε δημόσιους χώρους και να απολαμβάνουν τη χωροταξία της πόλεώς τους.
Όλα αυτά μπορεί να είναι μια εικόνα από την Ελλάδα του μέλλοντος και το εύχομαι!
Σήμερα όμως κάποιοι νόες άνευ ουσίας μας απειλούν όλους εμάς που ταλεπορούμεθα και στην οδική κυκλοφορία,να μετατρέψουν τη σημαντικότερη κάθοδο στο κέντρο των Αθηνών -την οδό Πανεπιστημίου (Ελευθερίου Βενιζέλου) σε πεζόδρομο!
Βλέπετε έχουν τακτοποιηθεί όλα τα άλλα κέραια ζητήματα που απασχολούν Πολιτεία και Πολίτες ώστε να αρχίσουν και οι χωροταξικές πολυτέλειες.Γιατί στην παρούσα φάση της Ελληνικής οικονομίας η πεζοδρόμηση της οδού Πανεπιστημίου τουλάχιστον θεωρείται πολυτέλεια.
Το σημαντικότερο όλων όμως είναι  ακόμη μια φορά η διαπίστωση ότι οι  κυβερνώντες δεν έχουν καμία επαφή με την καθημερινότητα μας αλλιώς θα αναγνώριζαν τη σπουδαιότητα της οδού αυτής η οποία ξανά τονίζω ότι είναι η κυριότερη κάθοδος οχημάτων στο κέντρο των Αθηνών. Δηλαδή, εξυπηρετεί όλους εμάς τους ταλαίπωρους που προσπαθούμε να διεκπεραιώσουμε τα του βίου μας. Και μην ακούσω χαριτομενειές τύπου "πάρτε τα μέσα αστικής μεταφοράς" γιατί ξέρουμε καλά ότι αυτό σημαίνει "αστική ταλαιπωρία" αφού ποτέ δεν είναι στην ώρα τους τα δρομολόγια και άσε το πανάκριβο εισιτήριο.
Και το τραγικότερο όλων είναι ότι πλέον συχνά πυκνά βλέπουμε να χαλούν καθ' οδόν όλο και περισσότερα λεωφορεία και τρόλεϊ.
Κυρίες και κύριοι υπεύθυνοι για το αρμόδιο θέμα,ρυθμίστε πρώτα άλλα φλέγοντα ζητήματα και όταν φέρετε το βιοτικό μας επίπεδο σε αξιοπρεπές όριο αρχίστε πάλι να ζωγραφίζετε πεζοδρόμους και ότι άλλο δεν διαταράσσει την κοινωνική σας ειρήνη.
Με τιμή
Φιλία Βαγιάκα

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΗΠΕΙΡΟΣ !!!!!!!

Η ΗΠΕΙΡΟΣ

Ηπειρος λεβεντογέννα

Ηπειρος μοναδική
Πατέρας και Μητέρα
γεννήθηκαν εκεί .

Καθώς κι` ο Αδερφός μου
ο Νίκος δηλαδή ,
στην Ηπειρο γεννήθηκε
στην Ηπειρο εκεί .

Γι` αυτούς περήφαν` είμαι
και για τους τρείς εγώ ,
που πάντα θα θαυμάζω
και πάντα θ` αγαπώ.

Παπούδες και Γιαγιάδες
ξαδέρφια θειοί και θειές
όλοι τους γέννημα και θρέμμα
στην Ηπειρο που λές .

Δεν έχει πεδιάδες,
μόνο απέραντα βουνά
που κελαϊδάει ο Γκιώνης
κι` ενα σωρό πουλιά .

Εχει ποτάμια και ρυάκια
πούνε Θεού χαρά ,
έχει γεφύρια κι` εκκλησάκια
με πέτρα όλ` αυτά
που χτίστηκαν μ` αγάπη
και με πολλή χαρά .

Εχει μεγάλους ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ
που κτίρια ίδρυσαν πολλά,
αποκτημέν` απο δικούς τους κόπους
εκεί στην μακρινή την ξενιτειά .

Εχει και παλληκάρια
που πολεμήσανε σκληρά
και δώσαν το 40 τα κορμιά τους
για την Ελευθεριά .

Ακόμη και η ρύσις
αυτή η λαϊκή
λέει για τους Ηπειρώτες
απ` την λεβεντογέννα γή ,
πως είναι : " Πρώτοι στ` άρματα
στα γρόσια και στα γράμματα " .

***

Αυτοί οι στίχοι , είναι γραμμένοι απο την Χαρίκλεια Βολογιάννη του Μιχαήλ και της Πολυξένης , γεννημένη και μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη , Δικηγόρος Θεσ/νίκης και μετά Υποθηκοφύλακας στην περιοχή Σερρών και αργότερα στην περιοχή Χαλκιδικής ,και που είναι
πρώτη μου εξαδέρφη .

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 17/10/2012

Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΟΥ ( ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ )



" ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΟΥ "

Τριάντα είναι του Μάη
δυό χιλιάδες του εννιά,
κι` ήρθαμε σε μια Εκκλησία
πάνω , σε ψηλά βουνά .
**
" Παναγιά Προυσού "την λένε
κι`ήρθε απο την ξενιτειά
κρύφτηκε , ( να μην την βρούνε )
σε πανύψηλη σπηλιά .
**
Οταν οι εικονοκλάστες
κυνηγούσαν Χριστιανούς
σπάζαν, ρήμαζαν τα πάντα ,
και δεν είχανε φραγμούς .
**
Ενας νιός , στην αγκαλιά του
την εκράταγε σφιχτά ,
την εικόνα την ωραία
τούτη με την Παναγιά .
**
Του την είχε δώσει η Μάννα ,
να την παρει μακρυά ,
να την πάει στην Ελλάδα
να γλυτωσ` η Παναγιά .
**
Κι` είπε : πάω στο Καρπενήσι
να την σώσω απ` την φωτιά .
Απ` την ΠΡΟΥΣΣΑ την επήρε
και την κράταγε σφιχτά ,
σαν κειμήλιο την θωρούσε,
με περήφανη ματιά .
**
Ειχ` όμως μεγάλο δρόμο
και κουράστηκε πολύ .
Εγειρε , στην ρίζα δένδρου
λίγο ν` αποκοιμηθεί .
**
Οταν άνοιξε τα ματιά
κι` είδε γύρω-γύρω εκεί
η εικόνα που κρατούσε ,
είχε εξαφανισθεί !
**
Οταν έφτασε στην πόλη
στον πατέρα του κοντά ,
τα διηγώντανε με θλίψη
και με πόνο στην καρδιά .
**
Ξάφνου , έστρεψε το βλέμμα
πάνω εκεί στον ουρανό ,
προσευχή θελε να κάνει
στον πανάγαθο ΘΕΟ !
**
Ομως, στο βουνό επάνω ,
κάπου εκεί , πολύ ψηλά
μεσ` την νύχτα εκείνη τότε ,
φεγγοβόλαγε μια φλόγα
μέσα, απο μια σπηλιά .
**
Πήγε ο νιός με τον πατέρα
στο πανύψηλο βουνό ,
και με έκπληξη και δέος
είδανε αυτό που χάσαν ,
τον μεγάλο Θησαυρό !
**
Ητανε αυτή η εικόνα ,
της γλυκιάς της Παναγιάς ,
που στην αγκαλιά της είχε
τον Χριστούλη , της καρδιάς .
**
Φεγγοβόλαγε ο τόπος ,
έλαμπε η Παναγιά ,
κι` ήταν σαν να τους ζητούσε
" να μην φύγει μακρυά "
**
Εγινε το θέλημά της
δεν την πήρανε ξανά
κι` έφτιασαν ένα εκκλησάκι
μεσ` εκείνη την σπηλιά
**
Είναι δύσκολος ο δρόμος
για να πάς εκεί ψηλά ,
μα όσοι πάν να προσκυνήσουν
δεν αντάμωσαν ποτέ τους
ούτε μια αναποδιά .
**
Είθε να μας αξιώσει
ο πανάγαθος ΘΕΟΣ
πάλι εκεί να ξαναπάμε
και στις προσευχές μας νάναι
πάντοτε ο αρωγός !
******
Η Ι.Μ. ΠΡΟΥΣΟΥ !!!!!!!!!!!!


 Αυτοί οι στίχοι , είναι γραμμένοι απο την Χαρίκλεια Βολογιάννη του Μιχαήλ και της Πολυξένης , γεννημένη και μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη , Δικηγόρος Θεσ/νίκης και μετά Υποθηκοφύλακας στην περιοχή Σερρών και αργότερα στην περιοχή Χαλκιδικής ,και που είναι πρώτη μου εξαδέρφη !!!

Θεσσαλονίκη 2 / 6 / 2009

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ


  • Είναι πολλά τα ψυχολογικά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ,κατά την διάρκεια ενός διαζυγίου ένα παιδί 
  • .Φυσικά το κάθε παιδάκι έχει τον τρόπο του να αντιμετωπίζει τα δύσκολα προβλήματα ,που του έρχονται στην πιο τρυφερή ηλικία του, μεταξύ των 3 και 10 χρόνων της ζωής του.
  • Εκείνο που δείχνει όμως σε κάθε του βηματάκι ,είναι ότι του λείπει συνεχώς κάποιος από τους δύο γονείς του που έφυγε.
  • Κάποιος φίλος μου λοιπόν ονόματι Αρίστος έφτασε στο διαζύγιο με την γυναίκα του Άννα .Οπως είναι φυσικό έφυγε από το σπίτι που έμενε η γυναίκα του και το παιδί του., και νοίκιασε κάποιο δικό του.
  • Φυσικά είχε και έχει την ανάλογη επικοινωνία με την κόρη του Χρυσούλα που είναι στην ηλικία των 9  χρόνων.Τα Χριστούγεννα λοιπόν που μας πέρασαν έγραψε ένα γράμμα στον μπαμπά της, στο οποίο έλεγε τα εξής:                                                                                                                    Ο ΜΠΑΜΠΆΣ ΚΑΙ Η ΚΌΡΗ ΤΟΥ                           Μια φορά και έναν καιρό σε ένα νησί ζούσε 'ενας καπετάνιος ο κ Αρίστος , που σε μια φουρτούνα είχε χάσει την κόρη του.είχε έναν κολλητό φίλο τον κύριο Αντώνη ,  μια μέρα βρήκε ένα κοριτσάκι στη θάλασσα, το πήρε πάνω στο καράβι κι έφυγε για να του βρει ένα σπίτι.Ο καιρός περνούσε αλλά δέν έβρισκε σπίτι .Κύριος Αντώνης  κι ο κύριος Αρίστος είχαν άνχος γιατί δεν έβρισκαν με τίποτα σπίτι. Ο κύριος Αρίστος  και η Χρυσώ έτσι  όπως ονόμασε το κοριτσάκι είχαν δεθεί.Την έμαθε να ψαρεύει, να ξεχωρίζει  τους αέρι δες  και τα αστέρια . Μια μέρα που είχε πάει για κολύμπι ο κύριος Αρίστος είδε ένα σημάδι στο χέρι της,όπου όταν είχε χάσει την κόρη του είχε το ίδιο ακριβώς  σημάδι  .στο χέρι της.Την πήρε και της είπε όλη  αυτή την ιστορία. Και μείναν μαζί για πάντα. Μετά  από λίγο  καιρό  ο κ Αρίστος βρήκε  γυναίκα την κυρία Μαρία η αλλιώς Άννα και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς πολύ πιο  καλύτερα.                                                                                                                                     I LOVE YOU ???                
  •              Αυτά λοιπόν τα αθώα γεμάτα αγάπη χεράκια έπιασαν ένα μολύβι και έγραψαν αυτό το γράμμα .Μέσα σε αυτό δε κρύβετε ένας ολόκληρος ψυχικός κόσμος γεμάτος αγάπη .Αλλά και με μια έλλειψη, την έλλειψη <στην προκειμένη περίπτωση >του πατέρα.
  • Στην κατάληξη του γράμματος του, το παιδί αυτό όπως και σε όλα τα Παραμυθιά είχε το ευχάριστο τέλος ,όπου ο κ Αρίστος γνωρίζει την γυναίκα του την Μαρία  αλλά που την έλεγαν Άννα .Είναι καθαρό και ολοφάνερο ότι το παιδί αυτό ελπίζει στην επιστροφή του πατέρα στο σπίτι ,και να αγκαλιάσει αυτή και την μητέρα της και να ξαναγίνουν οικογένεια ζεστή γεμάτη αγάπη .
  • Εμείς λοιπόν οι μεγάλοι που τα ξέρουμε όλα ,έχουμε ποτέ υπολογίσει αυτά τα αθώα παιδικά μάτια που μας κοιτάνε με αγάπη; Όταν τσακωνόμαστε όταν φωνάζουμε όταν φεύγουμε από το σπίτι, έχουμε ποτέ διανοηθεί την καταστροφή που φέρνουμε σε αυτές τις αθώες ψυχούλες που το μόνο που κάνουν είναι να εκπέμπουν αγάπη;
  • Διαζύγιο λοιπόν η καταστροφή όχι ενός γάμου μόνο ,αλλά η καταστροφή ,κάποιας παιδικής ψυχής που πάει στο κρεατάκι του να κοιμηθεί και τα ματάκια του είναι υγρά από το κλάμα.Και η αμφιβολία τρώει την Αγνή και καθαρή ψυχούλα του: θα δω αύριο πάλι τον μπαμπά θα δω αύριο την μαμά;
  • Σε αυτό το ερώτημα σε αυτές τις αθώες υπάρξεις ,οφείλουμε να δώσουμε μια απάντηση εμείς οι μεγάλοι!!!
  •  Εσείς λοιπόν που είσαστε στα πρόθυρα του διαζυγίου σκεφτείτε καλά τι πάτε να κάνετε και βγάλτε μια απόφαση κοιτώντας ,<εάν αυτό το αντέχετε >, το παιδί σας στα μάτια.
  •                                                                         ΦΙΛΙΚΑ 
  •                                                      ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ Ι ΠΑΣΧΑΛΗΣ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | 100 Web Hosting